19η Μαΐου- Κλαίγοντας στην Ορντού

ΑΠΟΨΕΙΣ 19.5.2020 | 21:50 Στείλτε το με email Εκτυπώστε το

19η Μαΐου- Κλαίγοντας στην Ορντού

Γράφει ο Παναγιώτης Γεωργιάδης

Η επίσκεψη στην Ορντού το 2012
 

Όλα τα παραπάνω τα ήξερα, τα είχα ακούσει αλλά θα έλεγα πως δεν με άγγιζαν ούτε και με συγκινούσαν ιδιαίτερα. Είχα ταξιδέψει σε πολλά μέρη του κόσμου, αλλά ο Πόντος δεν ήταν και από τις πρώτες προτεραιότητες επίσκεψης. «Κάποτε θα πάω κι εκεί» έλεγα…

Ώσπου το 2012, ο Δήμος Θεσσαλονίκης πραγματοποιεί την πρώτη επίσημη αποστολή για την τουριστική προβολή της Θεσσαλονίκης στους Τούρκους. Συμμετέχουν ξενοδόχοι, τουριστικοί πράκτορες και δημοσιογράφοι. Προορισμός μέρος του Πόντου. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει εθιμοτυπικές επισκέψεις σε Σαμψούντα, Σινόπη, Μπάφρα, ενώ θα αφιερώσουμε και μια ημέρα στην Ορντού. «Α ωραία» σκέφτομαι εντελώς χαλαρά, «ευκαιρία να δω και την πόλη της γιαγιάς Μελπομένης.

Δεν φαντάζομαι όμως με τίποτα, για το τι μου επιφυλάσσει η μοίρα. Ήδη από την άφιξή μας, οι Τούρκοι δίνουν μεγάλη έμφαση στην παρουσία μας, κάνοντας τα πάντα να μας «κερδίσουν». Όπου πηγαίνουμε μας υποδέχονται με κάθε επισημότητα, καλούν μέλη της αποστολής σε τηλεοπτικά πάνελ, ενώ η φιλοξενία τους είναι απίστευτη.

Ελλοχεύει φυσικά η δυσπιστία και η επιφύλαξη, με τον Κεμάλ Ατατούρκ να είναι πανταχού παρών σε πανό, πορτραίτα κτλ, αλλά γε

Αυτές οι γυναίκες με τη θηλυκή ψυχή και εξυπνάδα αλλά την αντρική καρδιά, είχαν κυρίαρχο ρόλο στο σπίτι, επιβάλλοντας τα θέλω τους, ίσως και χωρίς να το καταλαβαίνουν οι ίδιες. Όπως έλεγε χαριτολογώντας και ένας λίγο σέφτελος και σερσερής θείος: « Αν θέλεις το αυθεντικό στη ζωή σου που θα σε βγάλει ασπροπρόσωπο στα δύσκολα, τότε θα πάρεις Πόντια γυναίκα και Γερμανικό αυτοκίνητο…»

Αν δεν ήταν γιαγιά μου η Μελπομένη, θα ορκιζόμουν πως δεν ήταν καν Πόντια. Εκνευριστικά ήρεμη, ταπεινή, λιγομίλητη και λακωνική σε οποιαδήποτε συμπεριφορά της. Δεν ήταν ούτε μουντρούχα, ούτε ξινή αλλά σπάνια χαμογελούσε. Είχε μια μόνιμη θλίψη στο βλέμμα της αλλά και ένα μείγμα πραότητας και γλυκύτητας που σε έκανε να τη συμπαθείς αμέσως. Πέρασε φουρτούνες στη ζωή της αλλά η υπομονή της σε κάθε νέα δυσκολία ήταν «Ιώβεια»… Αν και φορούσε μονίμως μια μαύρη ρόμπα σε ένδειξη πένθους του φονευθέντος συζύγου πριν πολλές δεκάδες χρόνια, ωστόσο εξέπεμπε μια υπερηφάνεια, αρχοντιά, ανωτερότητα. Δεν το φώναζε, δεν το έδειχνε, δεν το αποζητούσε. Απλά το είχε…

Όταν ήμασταν πιτσιρίκια ακούγαμε συζητήσεις της γιαγιάς με άλλους για τον Πόντο, όπου έλεγαν με πόνο και νοσταλγία: «εκεί στην πατρίδα»… Κι εμείς αναρωτιόμασταν: Για ποια πατρίδα εννοούν; Την Τουρκία; Τρελοί είναι; Μα η Ελλάδα είναι η πατρίδα μας, λέγαμε. Που να ξέραμε…



Ένα άλλο παράξενο ήταν ο κινηματογράφος τις δεκαετίες 60-70 στο Κιλκίς, μια πόλη που στήθηκε κυρίως από πρόσφυγες του Πόντου αλλά και της Ανατολικής Ρωμυλίας.

Εκείνη την εποχή έβαζαν δύο ταινίες στο σινεμά! Έλεγε τότε η γιαγιά: « Έχει δύο έργα. Ένα Ελληνικό και ένα δικό μας!» εννοώντας τουρκικές ταινίες συνήθως με τη «Βουγιουκλάκη της Τουρκίας» την κουκλάρα Χούλια Αβσάρ και τον μουστακαλή γόη της εποχής με την παλιομοδίτικη φάτσα, τον Ιμπραήμ Τατιζλές. Ασφυκτικά γεμάτες αίθουσες με κόσμο να κλαίει με λυγμούς στα τούρκικα έργα! Φαινομενικά έκλαιγαν για ανεκπλήρωτους έρωτες αλλά είναι σίγουρο πως έκλαιγαν για άλλους λόγους… Νοητά έβλεπαν, ζούσαν, άκουγαν τις «αλησμόνητες πατρίδες»…

Όταν είχε κέφια η γιαγιά η Μελπομένη, μας «έλουζε» με υπέροχες εκφράσεις όπως «γουρπάν σην ψης πουλόπομ» «να λελέβοσε γιαβρί μου» ή το κορυφαίο που σήμερα οι ψευτοπροδευτικές μανάδες θα την κατηγορούσαν για σεξισμό σε αγοράκια.. «Να τρώγω τα κάκαλας ζεβγκιλίμ!!!» Μην περιμένετε translate…

Πριν έρθει ο πόνος και οι πίκρες, η ζωή της Μελπομένης είχε και καλές στιγμές. Ο πατέρας της είχε μεγάλο υφασματοπωλείο με αρκετούς υπαλλήλους σε κατάστημα ακριβώς μπροστά στην παραλία της Ορντού. Σαν να λέμε στη Λεωφόρο Νίκης στη Θεσσαλονίκη. Ήταν τόσο εύπορη η οικογένεια, όπου η πιτσιρίκα τότε Μελπομένη ζούσε «στα πούπουλα» ακόμη και με υπηρετικό προσωπικό μέσα στο σπίτι. Με τα τραγικά γεγονότα του ξεριζωμού που ξεκίνησαν ήδη πολύ νωρίτερα από το 1917 και την είσοδο των Ρώσων στην Ορντού, η Μελπομένη και οι υπόλοιποι Έλληνες βρέθηκαν ξαφνικά και κυριολεκτικά «από τα σαλόνια στα αλώνια». Η όπως είπε και ο Βασιλάκης της Aegean: « Από το ρετιρέ στο υπόγειο».

Η Μελπομένη σπάνια μιλούσε για εκείνες τις στιγμές στην «πατρίδα». Θυμάμαι όμως έντονα μια σύντομη αναφορά της, για τις οδυνηρές στιγμές όταν άφηναν τις περιουσίες τους ηττημένοι. Έλεγε πως ενώ μάζευαν τα άκρως απαραίτητα μέσα στο σπίτι για να φύγουν, είχε έρθει ήδη μια Τουρκάλα κρεμώντας ένα τηγάνι, δηλώνοντας με αυτό τον τρόπο ποιος είναι ο νέος ιδιοκτήτης του σπιτιού…




Τη μικρή Ποντιοπούλα περιμένουν στα επόμενα χρόνια της ζωής της, πίκρες και μόνο πίκρες. Φτάνοντας στην Ελλάδα σαν πρόσφυγες, ενώ αρχικά τους κατένειμαν στις πλούσιες και όμορφες Βέροια και Κατερίνη, κάποιοι συγγενείς επέλεξαν το φτωχό και ημιορεινό Αναβρυτό του Κιλκίς. Κι αυτό γιατί το συγκεκριμένο τοπίο, τους θύμιζε την «πατρίδα». Ως γνωστόν οι Πόντιοι είναι λίγο ξεροκέφαλοι και σε αυτή την περίπτωση το απέδειξαν περίτρανα. Αυτή την εμμονή είχαν σχεδόν όλοι οι πρόσφυγες, οι οποίοι ήθελαν να εγκατασταθούν σε μέρη που έμοιαζαν με τις περιοχές που έμεναν πριν. Αργότερα θα θανατωθεί ο άντρας της στον εμφύλιο πόλεμο, ενώ δυστυχώς θα γίνει ξανά μετανάστης για άλλη μια φορά, αφού θα ακολουθήσει το γιο της Πολυχρόνη στη Σουηδία τη δεκαετία του 60.
 

Η επίσκεψη στην Ορντού το 2012
 

Όλα τα παραπάνω τα ήξερα, τα είχα ακούσει αλλά θα έλεγα πως δεν με άγγιζαν ούτε και με συγκινούσαν ιδιαίτερα. Είχα ταξιδέψει σε πολλά μέρη του κόσμου, αλλά ο Πόντος δεν ήταν και από τις πρώτες προτεραιότητες επίσκεψης. «Κάποτε θα πάω κι εκεί» έλεγα…

Ώσπου το 2012, ο Δήμος Θεσσαλονίκης πραγματοποιεί την πρώτη επίσημη αποστολή για την τουριστική προβολή της Θεσσαλονίκης στους Τούρκους. Συμμετέχουν ξενοδόχοι, τουριστικοί πράκτορες και δημοσιογράφοι. Προορισμός μέρος του Πόντου. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει εθιμοτυπικές επισκέψεις σε Σαμψούντα, Σινόπη, Μπάφρα, ενώ θα αφιερώσουμε και μια ημέρα στην Ορντού. «Α ωραία» σκέφτομαι εντελώς χαλαρά, «ευκαιρία να δω και την πόλη της γιαγιάς Μελπομένης.

Δεν φαντάζομαι όμως με τίποτα, για το τι μου επιφυλάσσει η μοίρα. Ήδη από την άφιξή μας, οι Τούρκοι δίνουν μεγάλη έμφαση στην παρουσία μας, κάνοντας τα πάντα να μας «κερδίσουν». Όπου πηγαίνουμε μας υποδέχονται με κάθε επισημότητα, καλούν μέλη της αποστολής σε τηλεοπτικά πάνελ, ενώ η φιλοξενία τους είναι απίστευτη.

Ελλοχεύει φυσικά η δυσπιστία και η επιφύλαξη, με τον Κεμάλ Ατατούρκ να είναι πανταχού παρών σε πανό, πορτραίτα κτλ, αλλά γενικά το κλίμα είναι πολύ θερμό και φιλικό. Το πρόγραμμα βαρύ αλλά περνάμε και καλά, γελάμε, πειραζόμαστε, βλέπουμε παντού άπειρες εικόνες που δείχνουν τη μακρόχρονη Ελληνική παρουσία του παρελθόντος, οι γυναίκες της αποστολής μαθαίνουν να φτιάχνουν μαντί, ανακαλύπτουμε ότι υπάρχει ποδοσφαιρική ομάδα με το όνομα Selanik (Θεσσαλονίκη) από Έλληνες Ρομά οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη Σαμψούντα με την ανταλλαγή των πληθυσμών κ.α.




Στο Δημαρχείο Σαμψούντας γνωρίζουμε έναν Τούρκο, ο οποίος σε συνέντευξη στο φίλο δημοσιογράφο Νίκο Ασλανίδη από τα «Αληθινά Σενάρια» της ΕΤ3 που ήταν μαζί μας, λέει πως κάθε χρόνο γίνονται αμοιβαίες μετακινήσεις και επισκέψεις ανθρώπων, μεταξύ Σαμψούντας και Κιλκίς και έχουν εξαιρετικές φιλικές σχέσεις, μνημονεύοντας ιδιαίτερα τον Κιλκισιώτη δικηγόρο Θόδωρο Παυλίδη ο οποίος ξέρει τον Πόντο πιο καλά και από το Κιλκίς. Κοινός παρονομαστής οι ανταλλαγές των πληθυσμών.

Έξω από τη Νομαρχία της Σαμψούντας έρχονται και μας μιλάνε διάφοροι στα ποντιακά, ενώ μετά από ένα δείπνο μας έφεραν μια ομάδα χορευτών και κεμεντζέ και μας χόρεψαν πάλι ποντιακά! Στην κωμόπολη Alacam που οι Τούρκοι έχουν Μουσείο Ανταλλαχθέντων Πληθυσμών ( αντίθετα με εμάς που είμαστε μόνο παχιά λόγια και απαξιούμε για την ιστορία μας) έχουν χάρτες με τις ακριβείς μετακινήσεις πληθυσμών από Ελλάδα και Τουρκία αντίστοιχα.
Παράλληλα μια Τουρκάλα γιαγιά διηγείται τις δικές τους μετακινήσεις από την Ελλάδα στην Τουρκία, ενώ από έξω έχουν μαζευτεί πολίτες να μας προσφέρουν τσάι και κεράσια, όταν έμαθαν πως είμαστε Έλληνες. 


 

Στην Ορντού το δάκρυ κορόμηλο…

Το επόμενο πρωί πηγαίνουμε στην Ορντού μέσα σε γέλια και χαβαλέ. Κάθομαι στην αριστερή πλευρά του λεωφορείου με μέτωπο στη Μαύρη Θάλασσα. Στα προάστια και βλέποντας από μακριά την πόλη, βγάζω 2-3 φωτογραφίες ώσπου ξαφνικά νιώθω μια έντονη συγκίνηση και αρχίζω να κλαίω! Ασταμάτητα και με λυγμούς. Το δάκρυ κορόμηλο! Τελευταία φορά που είχα κλάψει στη ζωή μου ήταν όταν πήρε το πρωτάθλημα ο ΠΑΟΚ το 1985, κι αυτό από τη χαρά μου…

Προσπαθώ να κρύψω τα δάκρυα και να μην με δουν οι άλλοι, αλλά όσο πλησιάζουμε την Ορντού η κατάσταση γίνεται χειρότερη! Τα κορίτσια της αποστολής έχουν ψιλοαγχωθεί μη καταλαβαίνοντας τι μπορεί να συμβαίνει και προσπαθούν να με ηρεμήσουν.
Εγώ όμως νιώθω κάτι πολύ παράξενο και ανεξήγητο. Νομίζω ότι μπαίνω σε μια πόλη που την ξέρω, που την έζησα, που έμενα εκεί, που έφυγα για πολλά χρόνια και τώρα απλά επέστρεφα. Είμαι έντονα φορτισμένος χωρίς να έχει προηγηθεί απολύτως τίποτα! Καταλαβαίνω ότι βρίσκομαι σε ένα είδος μεταφυσικής κατάστασης.

Προσπαθώ να επανέλθω ώστε να μη χαλάσω το κλίμα, αφού μας περίμενε ο Δήμαρχος, ο Νομάρχης και το Επιμελητήριο της Ορντού σε διαφορετικά ραντεβού.



Οι εκπλήξεις όμως τώρα αρχίζουν. Όταν δήλωσα στο Νομάρχη της περιοχής πως η γιαγιά μου ήταν από τη Ορντού, με αγκάλιαζε και με φιλούσε συγκινημένος, στο Επιμελητήριο είχαν παλιά αρχεία με βιβλία σαν δημοτολόγια και τα ονόματα των Ελλήνων της εποχής και δέκα άτομα έψαχναν να βρουν το όνομα του προπάππου για να μου το δείξουν.

Στο επίσημο γεύμα που παρέθεσαν προς τιμή μας στο καλύτερο εστιατόριο της Ορντού, βλέπω το πρώτο πιάτο. Σούπα με λάχανα και φασόλια! «Μαυρολάχανα με τα φασούλε» που λένε οι πόντιοι και είναι ας πούμε «το εθνικό μας φαγητό». Μια υπέροχη γκουρμεδιά που οι masterchef θα έσκιζαν τις ποδιές τους και θα αφαιρούσαν τα τατουάζ τους, αν το γευόταν. Και ακριβώς ίδιο στη γεύση όπως το έκανε η γιαγιά Μελπομένη και αργότερα η μητέρα μου! Θέλω να κλάψω ξανά.

Ευτυχώς με σώζουν στο παραπέντε, οι επίσης πόντιοι Χάρης Νεοφυτίδης με καταγωγή από τη Φύσκα του Κιλκίς κι αυτός, που ήταν τότε δντής στο πεντάστερο ΜΕΤ Hotel της Θεσσαλονίκης αλλά και ο δημοσιογράφος Νίκος Ασλανίδης. Κοιταζόμαστε οι τρεις μας και φουσκώνουμε από περηφάνια αλλά και συγκίνηση με όσα βλέπουμε. Δεν μπορούμε να πιστέψουμε τι στιγμές ζούμε στην Ορντού…


 

Οι ψυχές τους κυκλοφορούν παντού στην Ορντού

Παππούδες κάνουν περίπατο στην προκυμαία της Ορντού, αλλά εγώ «βλέπω» τον προπάππου μου έξω από το υφασματοπωλείο να παραλαμβάνει με καμάρι τη νέα κολλεξιόν « Pontos Fashion Design, Καλοκαίρι 1915-16». Φωτογραφίζω τη δημοσιογράφο Μπέττυ Κυριακίδου με φόντο Ελληνικά σπίτια και νομίζω ότι είναι η μικρή και ανέμελη Μελπομένη που πάει στο Παρθεναγωγείο. Λέω «εδώ περπάτησε η Μελπομένη…» Εκεί που φτερουγίζει η καρδιά μου από νοσταλγία, ξαφνικά βλέπω ξανά την Τουρκάλα να κρεμάει το τηγάνι στο σπίτι μας… Μπαίνουμε σε Ελληνική εκκλησία που έγινε πολιτιστικό κέντρο και ακούω ψαλμωδίες, κλάματα, λυγμούς, κραυγές…Ακούω τις σιωπές τους….Ναι τις σιωπές ενός λαού που έφυγε τόσο βίαια από την πατρίδα του. Είναι χιλιάδες. Όλοι τους στημένοι πάνω στον κατάφυτο λόφο που τώρα φτάνει το τελεφερίκ, βλέποντας την πόλη πίνοντας τσάι και τρώγοντας τα περίφημα φουντούκια της Ορντού. Στέκονται ακίνητοι σαν να με περίμεναν εδώ και έναν αιώνα. Βλέπω τα μάτια τους βουρκωμένα, βλέπω τα βλέμματά τους που με πνίγουν. Με κοιτούν σιωπηλοί με εκείνο ακριβώς το ίδιο βλέμμα της γιαγιάς της Μελπομένης όταν πλέον ζούσε στο Κιλκίς, τη Θεσσαλονίκη, την Κατερίνη, την Προμέλα της Σουηδίας.

Μια ζωή πρόσφυγας, μια ζωή πίκρες η Μελπομένη, σε ένα παιχνίδι πουλημένο… Είμαι σίγουρος πως οι ψυχές τους άκουσαν και τους δικούς μου λυγμούς, όταν έμπαινα στην πόλη μας…. την αγαπημένη μας Ορντού. Ίσως και να λυτρώθηκαν στο ελάχιστο με τα δικά μου δάκρυα… Ίσως…


 
 
Είναι χιλιάδες οι νεότεροι Πόντιοι που δεν επισκέφτηκαν ποτέ τα ιερά χώματα του Πόντου. Όντως είναι ένα ταξίδι μακρινό που θέλει κάποιες ημέρες, αλλά είναι σχετικά οικονομικό αφού γίνεται με λεωφορείο. Η μητέρα μου αν και ταξίδεψε σχεδόν όλο τον κόσμο, δεν πήγε ποτέ στον Πόντο. Το ίδιο και τα αδέλφια της αλλά και η γιαγιά Μελπομένη. Όσες φορές τους ρωτούσα για ποιο λόγο δεν πηγαίνουν στον Πόντο στην «πατρίδα», όλοι σιωπούσαν. Αρνούνταν ακόμη και να απαντήσουν. Είμαι σίγουρος πως δεν ήθελαν να ταραχτούν με όσα θα έβλεπαν και θα ένιωθαν. Εδώ έκλαψα εγώ…φαντάσου τι θα πάθαιναν αυτοί.

Κι όμως ένα ταξίδι στον Πόντο δεν είναι μια ακόμη εκδρομή. Το ταξίδι στον Πόντο είναι ιερό προσκύνημα. Είναι τάμα στη μνήμη των δικών μας ανθρώπων. Οι χιλιάδες ψυχές είναι εκεί και περιμένουν… Να μας δουν, να λυτρωθούν και να αναπαυθεί η ψυχή τους για πάντα...

Λένε πως οι άνθρωποι πεθαίνουν μόνο όταν πάψουμε να τους θυμόμαστε…


H Ορντού είναι μια πόλη που βρίσκεται στον Πόντο στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, τοποθετημένη ανάμεσα στην Σαμψούντα και την Κερασούντα. Το ελληνικό της όνομα είναι Κοτύωρα. Τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα είχε περίπου 12.000 κατοίκους εκ των οποίων οι 6.000 ήταν Έλληνες και οι άλλοι Τούρκοι και Αρμένιοι. Από τα αρχαία χρόνια η ιστορία της ενδιαφέρουσα με τον Ξενοφών να την αναφέρει ως «πόλιν Ελληνίδα Σινωπέων αποικίαν».



 
 

THESSNEWS / NEWSLETTER


Επάνω