Γιατί κυβέρνηση και κόμματα αιφνιδιάστηκαν από το Μνημόνιο Τουρκίας-Λιβύης για τα ανύπαρκτα κοινά όρια της ΑΟΖ;

ΑΠΟΨΕΙΣ 2.12.2019 | 14:04 Στείλτε το με email Εκτυπώστε το

Γιατί κυβέρνηση και κόμματα αιφνιδιάστηκαν από το Μνημόνιο Τουρκίας-Λιβύης για τα ανύπαρκτα κοινά όρια της ΑΟΖ;

ΤHESSNEWS

Άρθρο στην ThessNews του πρώην υπουργού και βουλευτή Α' Θεσσαλονίκης του ΠΑΣΟΚ, Γιάννη Μαγκριώτη για την Συμφωνια Τουρκίας-Λιβύης, 

 

Ενώ η Τουρκία, εδώ και χρόνια, δείχνει την επιθετική αναθεωρητική της πολιτική στην Συρία, την Κύπρο, το Αιγαίο και ετοίμαζε την συμφωνία με την Λιβύη, η χώρα μας δεν έδωσε την αναγκαία σημασία.

Η συμμετοχή μας στους Ευρωατλαντικούς θεσμούς, ήταν και είναι η βασική μας επιλογή και ορθώς, μόνο που ο κόσμος είναι πιο πολύπλοκος σήμερα και η γεωστρατηγική επηρεάζεται απόλυτα από την γεωοικονομία.

Οι περιφερειακές συμμαχίες και οι προσεκτικές πρωτοβουλίες για την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων, που ξεκίνησαν το 2010, ήταν μια σωστή ανάγνωση των αλλαγών, έγιναν σωστές επιλογές και εξισορρόπησαν σε μεγάλο βαθμό την υποχώρηση της χώρας μας λόγω της οικονομικής κρίσης, των εσωτερικών πολιτικών και κοινωνικών εντάσεων και της σημαντικής περικοπής των αμυντικών δαπανών.

Δεν κάλυψε όμως τις απώλειες της κρίσης και τα μεγάλα κενά που δημιούργησε η κρίση στον Αραβικό κόσμο, η προσθήκη ισχύος σε όλους τους στρατηγικούς τομείς της Τουρκίας και η τακτική Τράμπ, που αντικατέστησε την πάγια στρατηγική των ΗΠΑ στην περιοχή με αμφιλεγόμενες προσωπικές επιλογές, όπου ο βραχυπρόθεσμος εμπορικός στόχος των ΗΠΑ και οι προσωπικές του επιχειρηματικές επιλογές, του χθες και του σήμερα, καθορίζουν τις προτεραιότητες της εξωτερικής του πολιτικής.

Ο αιφνιδιασμός από το μνημόνιο συνεργασίας για τον καθορισμό των κοινών ορίων της ΑΟΖ Τουρκίας-Λιβύης, που με όρους διεθνούς δικαίου δεν υπάρχουν, αποκαλύπτει κενά της εξωτερικής μας πολιτικής.

 

Γιάννης Μαγκριώτης

 

Η συμφωνία μπορούσε να αποτραπεί, όμως οι τελευταίες κυβερνήσεις δεν είχαν στην ατζέντα τους το θέμα της Λιβύης και τις συνεχείς παρεμβάσεις της Άγκυρας, οικονομικές, διπλωματικές και κυρίως στρατιωτικές, με τις οποίες διατηρείται στην εξουσία η κυβέρνηση της Τρίπολης και απέκρουσε την τελευταία απόπειρα κατάληψης της πρωτεύουσας, από τον στρατό του Χαφτάρ, της κυβέρνησης της Βεγγάζης.

Για να καταλάβουμε το μέγεθος του κενού, η χώρα μας δεν έχει πρέσβη και καμιά παρουσία στην Λιβύη, από την περίοδο που άρχισαν οι συγκρούσεις που οδήγησαν στην πτώση του Κανταφικού καθεστώτος.

Ακόμη χειρότερα, η χώρα μας που πρόσφατα αναγνώρισε την προσωρινή κυβέρνηση του Σάρατζ, ακολουθώντας τις επιλογές του ΝΑΤΟ, δεν ζήτησε την παραμικρή δέσμευση τόσο από την Λιβύη όσο και από τις χώρες του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.  

Τώρα τρέχει να προλάβει και καλά κάνει, σχεδιάζοντας μάλιστα να καλέσει στην Αθήνα την δεύτερη κυβέρνηση της Λιβύης του στρατηγού Χαφτάρ, που έχει έδρα την Βεγγάζη, την περιοχή με τα περισσότερα πετρέλαια της χώρας, έχει την υποστήριξη του τελευταίου εκλεγμένου Κοινοβουλίου της Λιβύης και η οποία ήδη καταδίκασε την συμφωνία Τουρκίας-Λιβύης. Κυβέρνηση που έχει την υποστήριξη της Αιγύπτου, της Ρωσίας και της Κίνας, από την τελευταία μάλιστα αγοράζει και τον πολεμικό εξοπλισμό της.

Χώρες με μεγάλη επιρροή στην Λιβύη είναι η Ιταλία, η Γαλλία και φυσικά οι ΗΠΑ.

Η διοίκηση Τράμπ σιωπά και όλοι καταλαβαίνουν γιατί. Η ελληνική κυβέρνηση προαναγγέλλει την εξ αναβολής συνάντηση με τον Τράμπ, ενώ την συνάντηση με τον Ερντογάν την προανήγγειλε ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος με τον προσφιλή του τρόπο με ένα ενθουσιώδες twitter και ας κάνει του κεφαλιού του ο Ερντογάν με την Μόσχα, την Τεχεράνη και την Συρία και κατηγορεί τις ΗΠΑ, ότι δεν τον καταλαβαίνουν με τα άλλα κέντρα εξουσίας, όπως η Βουλή και το Υπουργείο Εξωτερικών.

Η Γαλλία, που πρωταγωνίστησε με τον Σαρκοζί στην πτώση του Καντάφι και έχει την μεγαλύτερη ευθύνη για την διάλυση της χώρας, καταδίκασε την συμφωνία, όμως έχει την μικρότερη επιρροή από τις άλλες.

Η Ιταλία δεν έχει καταδικάσει ακόμη την συμφωνία, παρ’ ότι εκ των υστέρων η ελληνική κυβέρνηση δηλώνει ότι ο Μητσοτάκης το έθεσε στην πρόσφατη συνάντησή του με τον Ιταλό ομόλογό του στην Ρώμη. Η Ιταλία πέραν των οικονομικών συμφερόντων, θέλει να καθορίσει και αυτή με ευνοϊκούς όρους τα όρια της δικής της ΑΟΖ με την Λιβύη και φυσικά το πιο μεγάλο πρόβλημά της είναι η παράνομη μετανάστευση από την Αφρική που προωθείται μέσω Λιβύης «κάτω από την μύτη» των αυτοανακηρυγμένων κυβερνήσεών της και μέσα από τα παράνομα δίκτυα των διακινητών. Όμως η Λιβύη από τα τελευταία χρόνια του Καντάφι είναι και χώρα διακίνησης ναρκωτικών και ισλαμιστών τρομοκρατών, οι οποίοι πολέμησαν και στο πλευρό του Καντάφι ως μισθοφόροι την τελευταία περίοδο του εμφυλίου που κάποιοι τον ονόμασαν Αραβική Άνοιξη. Όσοι γνωρίζουν την περιοχή του Σαχέλ, που είναι μια ζώνη στα Νοτιοδυτικά σύνορα της Λιβύης και είναι μοιρασμένη σε πολλές χώρες της περιοχής, με κύριες τον Νίγηρα, το Μάλι και την Αλγερία, ξέρει ότι είναι η ζώνη όπου η Αφρικανική Αλ Κάιντα, από της αρχές της δεκαετίας του ’90 ελέγχει τις περισσότερες περιοχές και ήταν έτοιμη, την ίδια περίοδο με τον ISIS στην Συρία, να κηρύξει την δημιουργία του «Αφρικανικού Χαλιφάτου», έχοντας φθάσει έξω από την πρωτεύουσα του Μάλι, κάτι που απέτρεψε η ισχυρή παρέμβαση επί Ολάντ του Γαλλικού στρατού, με την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Η νέα πραγματικότητα που δημιουργήθηκε με την υπογραφή του μνημονίου οριοθέτησης των ανύπαρκτων ορίων της ΑΟΖ μεταξύ της Άγκυρας και της αναγνωρισμένης από την διεθνή κοινότητα κυβέρνησης της Τρίπολης, μπορεί να εξουδετερωθεί γιατί δεν έχει καμία βάση νομιμοποίησης, όμως οι παρενέργειές της θα είναι σημαντικές και μπορεί να προσθέσουν νέα προβλήματα στην προσπάθεια αξιοποίησης των υδρογονανθράκων της Κύπρου και της χώρας μας. Στην περίοδο της μεγάλης ρευστότητας και της διοίκησης Τράμπ όλα μπορούν να συμβούν και για «ασήμαντους λόγους», και κανένας δεν μπορεί να εγγυηθεί το αντίθετο.

Η αβεβαιότητα ευνοεί τους ισχυρούς και τους τυχοδιώκτες.

Χρειάζονται ψύχραιμες και αποφασιστικές πρωτοβουλίες σε πολλά επίπεδα, διακομματική συνεννόηση, και κυρίως η κυβέρνηση να μην κινείται από την μια στα όρια του πανικού και από την άλλη στα όρια του εφησυχασμού και της αυταρέσκειας, όπως έδειξε τις τελευταίες ημέρες.

 

 

 

THESSNEWS / NEWSLETTER


Επάνω