Μια συνέντευξη με την πιο γλυκιά γιαγιά της Θεσσαλονίκης

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ 5.2.2018 | 11:15 Στείλτε το με email Εκτυπώστε το

Μια συνέντευξη με την πιο γλυκιά γιαγιά της Θεσσαλονίκης

συνέντευξη στην ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΦΡΑΝΤΖΙΔΟΥ || [email protected]

Είναι πολλές φορές θέματα που δεν μπορείς να τα χωρέσεις όλα σε μία σελίδα. Τόσα συναισθήματα, τόσες εμπειρίες, στιγμές, εικόνες, λαχτάρες, δάκρυα λύπης αλλά και χαράς, το μοίρασμα, η αγάπη, οι σκέψεις, το θάρρος και αυτή η θέα.... από τα Κάστρα.

Πώς να τα χωρέσεις σε μία σελίδα! Αφήνεις τις λέξεις να κυλούν και να περιγράφουν τη ζωή της κας Αγγελίδου, που σχεδόν πριν δέκα μέρες έκλεισε τα 100 και την αγαπάμε για όλα αυτά που έχει ζήσει!

 

Ποια χρονιά γεννήθηκες, γιαγιά; Ήταν τότε που έγινε η μεγάλη φωτιά στη Θεσσαλονίκη; Πού έμενε η οικογένειά σου τότε; Αναγκάστηκε να φύγει; Έμειναν καθόλου στις σκηνές που είχαν φτιάξει οι Άγγλοι και οι Γάλλοι; Μίλησέ μας λίγο για αυτά που σίγουρα δεν θυμάσαι αλλά θα τα έχουν διηγηθεί οι μεγαλύτεροί σου.

Γεννήθηκα 18 Ιανουαρίου 1918, εκατό χρόνια πριν. Η οικογένειά μου ήρθε το 1911 από τη Στράντζα της Ανατολικής Ρωμυλίας. Από τότε μένουμε στην Άνω Πόλη μέχρι και σήμερα. Η οικογένειά μου δεν έμεινε σε σκηνές, γιατί η φωτιά δεν είχε φτάσει μέχρι εδώ. Βέβαια οι γονείς μου ήταν αναστατωμένοι με το γεγονός, όπως και όλοι οι κάτοικοι της πόλης.

Στα κάστρα τότε έμεναν ως επί το πλείστον Τούρκοι. Θυμάσαι καθόλου τη γειτονιά;

Ζούσαμε ειρηνικά μεταξύ μας. Το κάθε σπίτι είχε την αυλή του, εμείς στη δική μας αυλή είχαμε και πηγάδι. 2 με 3 φορές την εβδομάδα περνούσε ο μανάβης με το γαϊδουράκι του και την πραμάτεια του μέσα στα κοφίνια, όπως και ο γαλατάς που κουβαλούσε τα γκιούμια του με το γάλα.

Μετά ήρθε η μικρασιατική καταστροφή. Ήρθε πολύς κόσμος στη Θεσσαλονίκη. Πώς ήταν οι πρόσφυγες τότε;

Τους πρόσφυγες τους είχαν σε άλλες περιοχές. Εδώ στην Άνω Πόλη δεν έμειναν τα πρώτα χρόνια. Εγώ ήμουν πολύ μικρή, δεν έφευγα από τη γειτονιά. Η μαμά μου όμως έλεγε ότι ήταν αριστοκράτες αυτοί που ήρθαν από την Πόλη, κιμπάρηδες.

Σχολείο πήγες;

Κατάφερα να τελειώσω το δημοτικό.

 


Πού πηγαίνατε βόλτες; Είχατε κάποιο μέρος στην εξοχή; Κάνατε μπάνια στη θάλασσα;

Η γειτονιά μου ήταν ο παιδικός μου κόσμος. Εκεί παίζαμε, εκεί κάναμε και τις βόλτες μας. Από την εκκλησία του Όσιου Δαυίδ μέχρι τα Κάστρα, εκεί ήταν το όριο. Από πίσω ήταν οι φυλακές, το Γεντί Κουλέ, που δεν μας άφηναν να πηγαίνουμε αλλά φοβόμασταν να πάμε κιόλας. Τα μπάνια μας ήταν στον Λευκό Πύργο, κατεβαίναμε με τα πόδια όλη η οικογένεια. Ήταν η εκδρομή μας.

Τον άντρα σου πότε τον γνώρισες; Έρωτας ή προξενιό;

Τον άντρα μου, τον Θανάση, τον γνώρισα από προξενιό στην κατοχή, το 1943, και παντρευτήκαμε.

Ποιος έκανε κουμάντο τότε στο σπίτι;

Τα είχαμε μοιρασμένα. Ο άντρας μου δούλευε στο λιμάνι ως λιμενεργάτης. Ήταν το μόνο εισόδημα που είχαμε και εγώ στο σπίτι μεγάλωνα τα παιδιά. Τις αποφάσεις τις παίρναμε μαζί.

Πόσα παιδιά έχεις, εγγόνια, δισέγγονα, τρισέγγονα; Θυμάσαι όλων τα ονόματα;

Έχω 5 παιδιά, όλα εν ζωή, 2 αγόρια και 3 κορίτσια. Έχω 11 εγγόνια και 20 δισέγγονα. Τρισέγγονα ακόμα δεν απέκτησα. Να τους έχει ο Θεός καλά όλους. Θυμάμαι όλων τα ονόματα, λίγο με τα πολύ μικρά, τα δισέγγονα, τα μπερδεύω.

Στον πόλεμο τι έκανες; Τι σου έχει μείνει από την κατοχή;

Τι να θυμάμαι; Φτωχή οικογένεια ήμασταν. Η μάνα μου, εγώ και τα δύο αδέλφια μου. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει χρόνια πριν. Δούλευαν μόνο τα δύο αγόρια της οικογένειας, τα αδέλφια μου, ο Τάσος και ο Κώστας, οπότε η κατοχή έκανε τη φτώχεια μας ακόμα χειρότερη, όπως και για όλον τον κόσμο. Εδώ στη γειτονιά, πάνω κάτω όλοι ήμασταν στην ίδια κατάσταση. Τα αδέλφια μου δούλευαν και πάλι δεν μας έφταναν. Πολύ δύσκολα χρόνια. Τα αδέλφια μου και άλλα νεαρά αγόρια της γειτονιάς, παρέα, πήγαιναν κυρίως στο λιμάνι και έκλεβαν από τους Γερμανούς τρόφιμα. Τα μοίραζαν στη γειτονιά και κάπως έτσι τα κουτσοβολεύαμε. Άσχημο πράγμα ο πόλεμος.

Ποια χρόνια δεν θέλεις να θυμάσαι;

Αν και τότε παντρεύτηκα και έμεινα έγκυος στο πρώτο μου παιδί, που γεννήθηκε το 1945, εκείνα τα χρόνια δεν θέλω να θυμάμαι. Τη φτώχεια, τον φόβο και τον θάνατο.

Μίλησέ μας λίγο για τη γειτονιά σου, που από δω μπορείς και βλέπεις όλη την πόλη. Οι άνθρωποι τότε πώς ήταν και πώς είναι σήμερα;

Από εδώ, από την αυλή μας, βλέπαμε με τον άντρα μου όλη την πόλη και κάθε φορά που ακούγαμε καράβι να σφυρίζει, ο άντρας μου έλεγε “άιντε γυναίκα και αύριο πάλι θα βγει το μεροκάματο”. Η γειτονιά τότε ήταν ζωντανή, οι πόρτες στις αυλές μας ήταν πάντα ανοιχτές, τα παιδιά έπαιζαν στους δρόμους, τα κορίτσια έπαιζαν κουτσό και τα αγόρια παραπάνω στην αλάνα έπαιζαν τόπι.

Σε ποια εκκλησία πήγαινες;

Από μικρή στον Όσιο Δαυίδ. Μεγάλη χάρη να ‘χει και να μας προστατεύει όλους, όπως κάνει τόσα χρόνια.

Αν σου έλεγαν σήμερα ότι θα ζήσεις άλλα 50 χρόνια, αλλά σε άλλη πόλη, θα πήγαινες;

Αυτή η αυλή με θέα όλη την πόλη και αυτή η γειτονιά είναι ο κόσμος μου όλος, είναι όλη μου η ζωή. Όχι, δεν θα την άλλαζα ποτέ, όπως και δεν την άλλαξα.

Ποια φαγητά σου αρέσουν; Τι μαγείρευες;

Το φαγητό που μου αρέσει είναι το φαγητό του φτωχού, πατάτες με αυγά. Ο άντρας μου ήταν ο μερακλής, ο καλός μου μάγειρας.

Γιαγιά Κούλα, πόσα εγγόνια έχουν το όνομά σου και πόσα του άντρα σου; Τώρα τα εγγόνια σου, τα δισέγγονά σου έρχονται, σε βλέπουν, σε πάνε βόλτες;

Ένα κορίτσι έχει το δικό μου όνομα και δύο αγόρια του άντρα μου. Όλα έρχονται και χαίρομαι που τα βλέπω. Να είναι καλά και ευτυχισμένα. Πριν από χρόνια, που άντεχα και εγώ, πηγαίναμε βόλτες. Τώρα η χαρά μου είναι μόνο να τα βλέπω.

Αν γυρνούσε ο χρόνος πίσω, ποια στιγμή θα ήθελες να ξαναζήσεις;

Είναι πάρα πολλές. Σίγουρα όλες που έχουν να κάνουν με την οικογένειά μου. Μπορεί να ήμασταν φτωχοί, αλλά από αγάπη πλούσιοι. Τα παιδιά μου όταν μεγάλωναν, μετά που άνοιξαν τα φτερά τους και έκαναν τις δικές τους οικογένειες. Τα εγγόνια μου, που μεγαλώνουν και αυτά με τη σειρά τους, έκαναν τα δικά τους παιδιά.

Έχεις κανένα μυστικό που δεν έχεις μοιραστεί ποτέ με κανέναν; Δεν θέλουμε να μας το πεις.

Δεν έχω μυστικά, μα και να είχα τα ξέχασα. Μετά από τόοοοσα χρόνια, πού να θυμάμαι…

Δώσε μία ευχή για όποιον θέλεις και μία συμβουλή.

Ο Θεός να δίνει υγεία και να έχει αγαπημένη όλη την οικογένειά μου. Τα παιδιά μου, τα εγγόνια μου, τα δισέγγονά μου και τα ανίψια μου. Την συμβουλή που δίνω σε όλους είναι να κάνουν πάντα το καλό, να αγαπάνε με την ψυχή τους και να ζούνε την κάθε μέρα που ξημερώνει ο Θεός σαν να είναι η τελευταία, πάντα όμως με μέτρο.

 

Ευχαριστούμε θερμά την οικογένεια Αγγελίδη για την πολύτιμη βοήθειά της.

 

  Από το φύλλο της THESSNEWS #90 (27/01/2018-28/01/2018)    

THESSNEWS / NEWSLETTER


Επάνω