Η ιστορία της Libertatia - Η έπαυλη, ο εμπρησμός και οι κληρονόμοι

THESSHISTORY 5.2.2018 | 11:02 Στείλτε το με email Εκτυπώστε το

Η ιστορία της Libertatia - Η έπαυλη, ο εμπρησμός και οι κληρονόμοι

ΘΕΟΔΩΡΑ ΚΑΡΑΚΙΟΥΛΑΧ || [email protected]

Για ακόμα μια φορά το κράτος αδιαφόρησε για την κληρονομιά της πόλης της Θεσσαλονίκης. Η Ιστορία της, που μεταφέρεται στους αιώνες μέσα από μνημεία και κτήρια, δυστυχώς ή πνίγεται στην έλλειψη χρημάτων για συντήρηση και αποκατάσταση ζημιών ή κουκουλώνεται πίσω από δικαιολογίες.

Η έπαυλη στη Λεωφόρο Στρατού 19, που κάηκε ολοσχερώς από εμπρηστική επίθεση την περασμένη Κυριακή 21 Ιανουαρίου, είναι ένα ακόμα παράδειγμα της ανικανότητας του κράτους να προστατεύσει τη μνήμη του.

Ο εμπρησμός δεν ήταν μόνο «επίθεση» στην κατάληψη Libertatia, που από το 2008 είχε οικειοποιηθεί το κτήριο, αλλά με τον εμπρησμό αποκαλύφθηκε για πολλοστή φορά ότι η πολιτεία αδυνατεί να διασώσει την περιουσία της.

 

Χωρίς κληρονόμους

Το νεοκλασικό διώροφο κτήριο στη Λ. Στρατού 19 με Σαρανταπόρου 38 χτίστηκε το 1899 και ήταν ιδιοκτησίας της Μουσουλμανοεβραίας Χαζίζ Νιχάλ Ναζιφέ και ήταν το μόνο νεοκλασικό που σώθηκε μέχρι σήμερα στη Λ. Στρατού. Μετά τον θάνατό της, το 1941, πέρασε στα χέρια της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου με καθεστώς σχολάζουσας κληρονομιάς ελλείψει κληρονόμων. Από τότε το δημόσιο επωφελούνταν από την έπαυλη με την ενοικίασή του. Τι έκανε όλα αυτά τα χρόνια από το 1945 που μπήκαν οι πρώτοι ένοικοι και μετά; Καμία συντήρηση στο κτήριο, καμία αποκατάσταση ζημιών και φθορών από τον χρόνο, καμία προστασία για το κτήριο.


Ο σεισμός του ‘78 και τα προβλήματα

Κατά τη διάρκεια των σεισμών του 1978, στο κτήριο σημειώθηκαν ρωγμές και χαρακτηρίσθηκε ως επικινδύνως ετοιμόρροπο. Την ίδια χρονιά η Διεύθυνση  Πολεοδομίας αποφάσισε την κατεδάφιση του κτηρίου λόγω «διαμπερών ρηγματώσεων και μερικών αποκολλήσεων». Τότε το εγκατέλειψαν και οι περισσότεροι ένοικοί του, με κάποιους να παραμένουν ως το 1991. Παρ’ όλα τα σοβαρά προβλήματα του κτίσματος, το 1982 η έπαυλη χαρακτηρίσθηκε ως έργο τέχνης και ανακλήθηκε η κατεδάφισή της, χωρίς όμως να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες  για την επισκευή της.

 

Δεν ανήκει στο ΠΑΜΑΚ

Στις αρχές του 2000 παραχωρήθηκε το διατηρητέο από την Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Σύμφωνα με τον πρύτανη του ΠΑ.ΜΑΚ, Αχιλλέα Ζαπράνη, τότε έγινε αρχιτεκτονική μελέτη σε συνεργασία με την Πολυτεχνική Σχολή του ΑΠΘ για την αναπαλαίωσή του. Ωστόσο η αναπαλαίωση δεν έγινε ποτέ, διότι προέκυψαν ξαφνικά διεκδικήσεις από Τούρκους κληρονόμους. Μετά από αυτήν την εξέλιξη, περίπου δέκα χρόνια πριν, το ΠΑΜΑΚ αποποιήθηκε την παραχώρηση.

 

 

Νέοι Ιδιοκτήτες – 4 Τούρκοι

Το 2010 και μετά από απόφαση του Αρείου Πάγου, το διατηρητέο απέκτησε καινούριους ιδιοκτήτες, τέσσερις Τούρκους από τη Σμύρνη, που διεκδικούσαν για αρκετά χρόνια την ιδιοκτησία.

Σύμφωνα με την Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων Θεσσαλονίκης που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία και προστασία των νεώτερων μνημείων, κατά το παρελθόν έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις για την επικινδυνότητα της έπαυλης, να μην εγκαταλειφθεί και απολέσει τα ιστορικά της χαρακτηριστικά.

 

Εμπρηστική επίθεση

Σήμερα στη θέση της έπαυλης βλέπουμε τα αποκαΐδια της Ιστορίας, έπειτα από την επίθεση που δέχτηκε από ομάδα ατόμων με εμπρηστικό μηχανισμό κατά τη διάρκεια του συλλαλητηρίου για το «Μακεδονικό».
Στόχος η κατάληψη ομάδας αντιεξουσιαστών «Libertatia»,  που από το 2008 και με την ανοχή της πολιτείας, έχει καταλάβει το διατηρητέο.
Ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Γιάννης Μπουτάρης, σε συνέντευξή του κατονόμασε τους εμπρηστές: «Το κτίριο κάηκε από δύο αντιφρονούσες ομάδες ΠΑΟΚτσήδων. Οι μισοί ήταν υπερεθνικιστές, οι άλλοι ήταν αναρχικοί  ΠΑΟΚτσήδες. Μαλώνουν μεταξύ τους».

 

Οι ένοικοι της έπαυλης

«Έκλαψα γι’ αυτό το σπίτι»

Ένας από τους τελευταίους ενοίκους της έπαυλης, ο Χρήστος Τσώλος, ουρολόγος γιατρός, διευθυντής κλινικής στο Πανεπιστήμιο Αλεξανδρούπολης, περιγράφει στην ThessNews στιγμές από την διαμονή του εκεί.

«Εγώ γεννήθηκα σε αυτό το σπίτι το 1946 και έφυγα το 1977. Οι γονείς μου παρέμειναν μέχρι και το 1978, ώσπου κρίθηκε ακατάλληλο λόγω του σεισμού. Ήταν ένα αρχοντικό σπίτι, μεγάλο, ευρύχωρο και ψηλοτάβανο. Στον μεσαίο όροφο μέναμε εμείς, που ήταν και ο χώρος υποδοχής παλαιότερα για το αρχοντικό. Μου έκανε τότε εντύπωση ότι σε κάθε όροφο υπήρχαν αντίστοιχες κουζίνες. Στον δεύτερο όροφο που μέναμε εμείς υπήρχαν μέσα στην κουζίνα 3 φουφούδες για τα κάρβουνα, ένα μεγάλο καζάνι για τα ρούχα, ένας τεράστιος πάγκος κουζίνας και υπήρχε μια κατασκευή σαν αποροφητήρας, που μόνο σε μεγάλα εστιατόρια μπορούσες να τον δεις. Η αυλή ήταν μεγάλη και καταλάμβανε το μισό της Λεωφόρου Στρατού. Όταν έγινε η διάνοιξη του δρόμου μετά τον σεισμό, εκλάπησαν τα μεταλλικά σφυρήλατα κάγκελα της περίφραξης μαζί  με τα κάγκελα της σκάλας που οδηγούσαν στον πάνω όροφο.

Οι γονείς μου έφυγαν με τον σεισμό, αλλά άφησαν οικοσυσκευές ελπίζοντας να διεκδικήσουν αργότερα το διαμέρισμα. Δεν σας κρύβω ότι έκλαψα γι’ αυτό το κτήριο, γιατί υπάρχουν πολλές αναμνήσεις. Έζησα εκεί 31 χρόνια. Ελπίζω οι νέοι ιδιοκτήτες αυτού του ακινήτου να κάνουν τις απαραίτητες ενέργειες για να μη χαθεί αυτό το κτήριο».


«Υπήρχαν διεκδικήσεις χρησικτησίας»

Ο Σάββας Ασκαρίδης έμεινε στο διατηρητέο από το 1978 ως το 1991, φοιτητής τότε στην Πολυτεχνική του ΑΠΘ.

«Η γιαγιά μου έμενε στο υπόγειο του διατηρητέου από το 1945. Εγώ ήρθα φοιτητής στη Θεσσαλονίκη το 1978 και με φιλοξενούσε η γιαγιά ως το 1991. Δίναμε για αποζημίωση χρήσεως ένα πολύ μικρό ποσό σε σχέση με τα ενοίκια που έδιναν συμφοιτητές μου σε άλλα σπίτια. Ακόμα και όταν έφυγε η γιαγιά, συνεχίζαμε να πληρώνουμε στο Ταμείο Παρακαταθηκών, γιατί ελπίζαμε στις διεκδικήσεις χρησικτησίας, κάτι φυσικά που δεν έγινε ποτέ.  

Εμείς μέναμε στο μισό του ημιυπογείου. Το άλλο μισό το νοίκιαζε μια κυρία που έμενε μαζί με τον γιο της. Στον πρώτο όροφο έμενε η οικογένεια Τσώλου και στον δεύτερο όροφο συγκατοικούσαν δυο οικογένειες μαζί. Θυμάμαι τους χοντρούς τοίχους του σπιτιού με τα ξύλινα κουφώματα και τα ξύλινα πατώματα. Μετά τον σεισμό του ‘78 άνοιξε η στέγη και έφτανε το νερό ως το ημιυπόγειο. Φανταστείτε ότι για να φτιαχτεί η στέγη, έδωσαν χρήματα η γιαγιά μου και η γειτόνισσα. Το κράτος αδιαφόρησε τελείως. Ευτυχώς που υπήρχε η τοιχογραφία στον πάνω όροφο και κρίθηκε διατηρητέο το κτήριο.

Τότε υπήρχε ένας απατεώνας, ο οποίος είχε καταχραστεί την περιουσία 132 Εβραίων που δεν γύρισαν ποτέ από τα στρατόπεδα. Με πλαστά έγγραφα παρουσίασε ότι και το κτήριο στη Λ. Στρατού είναι εβραϊκό και μας απειλούσε με δικαστήρια. Συνελήφθη μπροστά στο σπίτι.
Δυστυχώς τώρα κάηκε…. Κρίμα.»

 


Η ιστορία της έπαυλης

Η ιστορία του κτηρίου ξεκινά στις αρχές του 20ου αιώνα και ήταν ιδιοκτησίας της Μουσουλμανοεβραίας Χαζίζ Νιχάλ Ναζιφέ. Η αριστοκράτισσα Ναζιφέ γεννήθηκε το 1873 στην Κωνσταντινούπολη και παντρεύτηκε τον «πασά του Γεντί Κουλέ» Σουκρή Μπέη. Τότε διέμεναν σε μια έπαυλη στη Λ. Στρατού, η οποία κτίστηκε το 1895 απέναντι από το Γαλλικό Σχολείο. Η Ναζιφέ μετά τον θάνατο του πρώτου της συζύγου ξαναπαντρεύτηκε το 1899 τον Μουσταφά Εφέντη, εισαγγελέα της Θεσσαλονίκης. Ο Μουσταφά Εφέντης τότε της έκανε δώρο μια άλλη έπαυλη ανατολικά της πρώτης, στην οδό Kisla – iHumayun 22, σημερινή Λ. Στρατού 19.

 

Η λεωφόρος Στρατοπέδου

Η Λεωφόρος Στρατού ή αλλιώς Λεωφόρος Στρατοπέδου (Kisla Caddesi) διαμορφώθηκε στα πρότυπα της περιοχής των Εξοχών με μεγάλες επαύλεις μέσα σε αυλές με καταπράσινους κήπους. Η νέα οδός ξεκινούσε από την πλατεία Σιντριβανίου και περνούσε μπροστά από το στρατόπεδο, με τα πρώτα κτίσματα να οικοδομούνται μετά τον χείμαρρο του Στρατοπέδου (Kisladeresi). Τα λιγοστά αρχοντικά είχαν θέα στη θάλασσα και στην είσοδο της αυλής είχαν μαρμάρινες σκάλες. Η μοναδική έπαυλη που σώθηκε μέχρι σήμερα ήταν αυτή στον αριθμό 19.

 

Έργο τέχνης

Το αρχοντικό που χαρακτηρίστηκε το 1982 ως έργο τέχνης, ήταν μια τριώροφη κατοικία με 18 δωμάτια, διέθετε χώρους φιλοξενίας και υποδοχής, με τους δυο ορόφους να αποτελούν την κύρια κατοικία.

Το βοηθητικό προσωπικό, που το 1912 αριθμούσε τουλάχιστον 8 άτομα, κατοικούσε στο ημιυπόγειο, και αποτελούνταν από πέντε υπηρέτες, δύο κηπουρούς και μια μαγείρισσα.

Τα μορφολογικά στοιχεία της έπαυλης μοιάζουν με πολλά χαρακτηριστικά των επαύλεων της περιοχής των Εξοχών (Β. Όλγας), με την πρόσοψη ιδιαίτερα προσεγμένη με συμμετρία και αυστηρότητα. Χαρακτηριστικός ήταν ο διώροφος σκεπαστός εξώστης με όψη προς τη Λ. Στρατού, που επικοινωνούσε με την αυλή μέσω μιας επιβλητικής μαρμάρινης σκάλας. Η κύρια είσοδος του  σπιτιού ήταν από την οδό Σαρανταπόρου, με χαρακτηριστικό στην εξώπορτα ενός μικρού θαλάμου που στο πάνω μέρος υπήρχε τριγωνικό αέτωμα με τα σύμβολα της εθνικότητας του ιδιοκτήτη. Ιδιαίτερο στοιχείο ήταν οι διακοσμημένες οροφές με ζωγραφική των τριών χώρων του δεύτερου ορόφου.

 

Μίσθωση της έπαυλης

Στην έπαυλη πλέον κατοικούν η Ναζιφέ με τον τρίτο σύζυγό της, τον Σερβομωαμεθανό Τεφήκ Χαλίλ, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1918 μετά τον θάνατο του δεύτερου. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 (1935-36) η οικογένεια αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μισθωθούν χώροι της αυλής σε εβραϊκές, ελληνικές και ιταλικές οικογένειες. Η Ναζιφέ πλέον με ελάχιστα προσωπικά αντικείμενα μετακομίζει σε ένα μικρό δωμάτιο σε ιδιόκτητη γειτονική οικοδομή στον αριθμό 17, όπου και πεθαίνει το 1941 κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.

 

Η έπαυλη περνά στα χέρια του Δημοσίου

Κληρονόμοι δεν υπάρχουν και γι’ αυτό μετά τον θάνατο της ιδιοκτήτριας, το ακίνητο περιέρχεται στη Διεύθυνση Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών σαν σχολάζουσα κληρονομιά.

 

  Από το φύλλο της THESSNEWS #90 (27/01/2018-28/01/2018)    

THESSNEWS / NEWSLETTER


Επάνω