«Είχαμε έναν φόβο που ποτέ δε μας έφυγε…» - Η μαρτυρία για την ζωή στην Κωνσταντινούπολη των απελάσεων το 1964

RETRO 12.9.2017 | 18:30 Στείλτε το με email Εκτυπώστε το

«Είχαμε έναν φόβο που ποτέ δε μας έφυγε…» - Η μαρτυρία για την ζωή στην Κωνσταντινούπολη των απελάσεων το 1964

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΕΣΣΟΠΟΥΛΟΣ || [email protected]

Η ρωμηοσύνη της Πόλης, της βυζαντινής Βασιλεύουσας, της Κωνσταντινούπολης, είναι ίσως ένα από τα πιο πολύπαθα κομμάτια του οικουμενικού ελληνισμού. Η τουρκική πολιτική που εγκαινίασε ο Κεμάλ Ατατούρκ στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα συνεχίστηκε για πολλές δεκαετίες ακόμη. Κάθε δεκαετία κι ένας διωγμός. Τόσο, που ο ελληνικός πληθυσμός της Πόλης, από 400.000 το 1922, αριθμεί σήμερα 1.000-1.500…

Σ’ αυτό το ημερολόγιο του τρόμου, μια από τις πιο θλιβερές επετείους καταγράφηκε την 6η προς 7η Σεπτεμβρίου 1955 με τα λεγόμενα Σεπτεμβριανά, που είχαν ως συνέπεια τα επόμενα χρόνια χιλιάδες Έλληνες να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές εστίες. Αποκορύφωμα ο διωγμός των Ελλήνων μη Οθωμανών με τις απελάσεις του 1964, που είχε ως αποτέλεσμα 40.000 Έλληνες Ρωμηοί να φύγουν από την Κωνσταντινούπολη. Ακολούθησαν τα γεγονότα στην Κύπρο του 1974, που ο φόβος πια έδιωξε τους Έλληνες από την Πόλη. Μείναν λίγοι, πριν μερικά χρόνια υπολογίζονταν περί τους 1.500.

Γι’ αυτόν τον φόβο που σφράγισε τη ζωή της από την παιδική ηλικία μίλησε η κ. Ελπινίκη Σιγάλα –Φουντουκοπούλου σε συνέδριο που διοργάνωσε το Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού με θέμα την εγκατάσταση των Κωνσταντινουπολιτών στη Θεσσαλονίκη.

Με φωνή χαμηλή και κάποιες στιγμές τρεμάμενη από τη συγκίνηση, κατέθεσε τη δική της πολύτιμη προφορική μαρτυρία: «Γεννήθηκα το 1948 στο Πέραν και μεγάλωσα μέχρι τα 17 εκεί. Η ζωή μας ήταν δύσκολη, γιατί πάντα είχαμε τον φόβο με τους Τούρκους. Δεν μπορούσαμε να είμαστε άνετα, να κινηθούμε άνετα. Γιατί είχαμε αυτόν τον φόβο που ποτέ δεν μας έφυγε… Έχει ριζώσει μέσα μας μέχρι τώρα. Τα βράδια δεν μπορούσαμε να κυκλοφορήσουμε, γιατί δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε ελληνικά, υπήρχε ο φόβος μη μας επιτεθούν. Εμένα πολλές φορές με έχουν σπρώξει, με έχουν φτύσει…»

Για παράδειγμα, αφηγείται «Ήτανε Πάσχα και πηγαίναμε στην εκκλησία, 150 μέτρα από το σπίτι μας ήταν η Αγία Τριάδα. Στα 15 μέτρα από το σπίτι μας μπαίνουν μπροστά μας 4 Τούρκοι, σβήνουν τα κεριά και μας σπρώχνουν! Ευτυχώς βγήκε ο θυρωρός και τους σταμάτησε και μπήκαμε μέσα στην πολυκατοικία. Γίνονταν και τέτοια πράγματα που μπορεί να μην ακουγότανε…»

Κι αν κατέφευγε κανείς στις αρχές, του δίνανε βοήθεια; «Μα σου έλεγαν ότι πρέπει να μιλάς τουρκικά. Έτσι έγινε το ’55 και το ’64. Ειδικά το ’64, έγραφαν στα ελληνικά καταστήματα “αν δώσεις μια λίρα τουρκική στο ελληνικό κατάστημα είναι σαν να δίνεις μια σφαίρα στους Τουρκοκύπριους στην Κύπρο”. Αυτά είναι θέματα που τα βιώσαμε…».

 

Η Χάλκη και οι καλοί Τούρκοι γείτονες

«Η μεγάλη μας χαρά ήταν να έρθει το καλοκαίρι, είχαμε ένα εξοχικό στη Χάλκη, είχαμε βέβαια γειτόνους πάρα πολύ καλούς, Τούρκους, και αυτοί μας γλίτωσαν από εκείνη την ημέρα της καταστροφής. Εκεί, στο νησί, μπορούσαμε να βγούμε και μέχρι τις 11 το βράδυ, να πάμε στην παραλία, τις βόλτες μας, να παίξουμε σαν παιδάκια…» λέει με εμφανή νοσταλγία.

Η κ. Σιγάλα θυμάται τις σκληρές ώρες των Σεπτεμβριανών: «Ήμασταν στη Χάλκη. Εμάς δε μας πειράξανε, γιατί κι από τις δυο πλευρές είχαμε Τούρκους και μας προστάτευσαν. Ο πατέρας μάς πήρε και πήγαμε στο σπίτι μας, που βρισκόταν στην Ιστικλάλ, στο Πέρα, όπου είχαν γίνει τα γεγονότα και η όλη καταστροφή, ένα πράγμα που δεν φεύγει από τη μνήμη ποτέ! Και στην εκκλησία στην Αγία Τριάδα που μας πήγε, ήταν μια καταστροφή που ποτέ δεν θα την ξεχάσουμε…».

 

Η νύχτα εκείνη του ‘64

Το 1955 ο πατέρας της ήρθε στη Θεσσαλονίκη, αλλά ξαναγύρισε πίσω γιατί δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα οικονομικά, μιας και η οικογένεια ήταν μεγάλη.

Ξαναγύρισε πίσω, πάλι με αγωνία, γιατί είχε ελληνική υπηκοότητα. Και λίγο αργότερα «έγινε η άλλη μεγάλη καταστροφή, που ένα βράδυ, ήρθαν δύο κύριοι, χτύπησαν την πόρτα. Εμείς καθόμασταν στον 7ο όροφο, συνήθως τα βράδια δεν πολυανοίγαμε τις πόρτες», θυμάται. «Άνοιξε ο πατέρας μου, μπήκαν οι δύο κύριοι στο σπίτι και του λένε: “κύριε Σιγάλα, το αργότερο σε μια εβδομάδα μέσα θα εγκαταλείψεις την Πόλη”.

Του είπαν ‘‘Είστε ανεπιθύμητοι. Θα πάρετε μαζί σας 20 κιλά ρούχα και 200 δολάρια”. Τα ‘χασε ο πατέρας μου, αν και ακουγόταν από καιρό ότι θα γίνει αυτό…»

 

Ο ερχομός στην Ελλάδα

Η αφήγησή της καθηλώνει. Η ιστορία της πάνω απ’ όλα ανθρώπινη. Μιλώντας για τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν ως ξεριζωμένοι πια στη Θεσσαλονίκη, δεν μπορεί να συγκρατήσει τον λυγμό… «Εγώ ήμουνα πρώτη λυκείου, ήταν Μάης μήνας, ούτε την τάξη μου δεν πρόλαβα να τελειώσω. Ήρθαμε στη Θεσσαλονίκη, ήταν δύσκολα, πάρα πολύ δύσκολα. Συνεχίσαμε εδώ τη ζωή. Ο πατέρας μου ήταν μηχανολόγος – ηλεκτρολόγος. Αλλά ήταν και κάποιας ηλικίας, η μητέρα μου τα ίδια. Έμεινε το βάρος σ’ εμένα και στην αδελφή μου και στον γαμπρό μου. Πήγα σε μια σχολή κι έμαθα λίγα λογιστικά και δούλεψα σε ένα κατάστημα, η αδελφή μου βρήκε δουλειά στον Παπαγιάννη και ο γαμπρός μου στη Σινκ. Έτσι, τα όνειρά μας σβήσανε και αρχίσαμε τη ζωή στην Ελλάδα. Δεν μας βοήθησε κανείς, μα κανείς, όλα μόνοι μας…»

Η προφορική μαρτυρία της κ. Σιγάλα δεν είναι φυσικά η μοναδική. Ούτε η πιο σκληρή. Είναι μια από τις πολλές που πιστοποιεί το κλίμα που επικρατούσε μετά τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Τουρκία. Είναι μία μαρτυρία που μας υπενθυμίζει ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε τα πάθη του ελληνισμού. Αυτό είναι το ελάχιστο χρέος προς τον εαυτό μας, προς το σύνολο και προς την πατρίδα μας. 

 

Από το φύλλο της THESSNEWS #69 (02/09/2017-03/09/2017)

THESSNEWS / NEWSLETTER


Επάνω