Το καλοκαίρι των συγγραφέων στην ThessNews: Μια μέρα πριν δοκιμάσω τα αυθεντικά ρεβίθια Σίφνου του Στέλιου Χατζηαδαμίδη

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ 22.8.2019 | 08:23 Στείλτε το με email Εκτυπώστε το

Το καλοκαίρι των συγγραφέων στην ThessNews: Μια μέρα πριν δοκιμάσω τα αυθεντικά ρεβίθια Σίφνου του Στέλιου Χατζηαδαμίδη

ΜΑΡΙΑ ΨΩΜΑ ΠΕΤΡΙΔΟΥ || [email protected]

Αυτό το μήνα συγγραφείς της πόλης μας, γράφουν για το thessnews.gr ένα κείμενο- διήγημα για το καλοκαίρι. Σήμερα δημοσιεύουμε του Στέλιου Χατζηαδαμίδη

Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα έκλαιγα τόσο πολύ μπροστά σε μια μπριζόλα. Ποτέ. Και να μου το λέγανε δηλαδή ότι θα έκλαιγα τόσο πολύ μπροστά από μια μπριζόλα δε θα το πίστευα. Αλήθεια δεν θα το πίστευα. Αλλά η ζωή βλέπεις δε λογαριάζει. Το κλάμα και η χαρά σε βρίσκουν από μόνα τους. 

Είχαμε πάει στη Σίφνο με την κόρη μου – τη μικρή. Πες, πες ... “έλα κι εσύ”, “έλα κι εσύ”,  “θέλω να δεις πως περνάω τα καλοκαίρια μου”, “θέλω να δεις το νησί που αγαπώ”, “θέλω να φας τα καλύτερα ρεβίθια που έχεις φάει ποτέ”, “θέλω να ξανακάνουμε μαζί διακοπές”,  “έλα σε παρακαλώ”, “θέλω μια φορά να σου κάνω και εγώ τις διακοπές”, “τόσα χρόνια εσύ” , “τώρα εγώ”, “αν δεν έρθεις θα σε σκέφτομαι και δεν θα περάσω καλά”. Πες, πες, με έπεισε.

Τώρα να σου πω, δεν ήθελα πολύ να αφήσω το σπίτι μου. Δεν είμαι εγώ για τέτοια πια. Τα καλοκαίρια παιδί μου, είναι για να είσαι ξέγνοιαστος. Είναι για τους ανθρώπους που μπορούν να  χαίρονται και εγώ αγόρι μου δεν είμαι πια για τέτοια. Παλιά όταν ζούσε ο Γιώργος μου χαιρόμασταν και εμείς τα καλοκαίρια. Ταβέρνες να δεις. Εκδρομές. Θάλασσες. Ειδικά τότες που ήταν τα παιδιά μικρά. Και ελεύθεροι ακόμα κάναμε πολλά ταξίδια. Είχαμε και το κτήμα και πηγαίναμε. Βγάζαμε δικές μας ντομάτες, μελιτζάνες. Ο Γιώργος μου ήταν και καλός ψήστης. Μαζευόμασταν παρέα στο κτήμα. Κόσμος. Κόσμος να δεις.  Γέλια. Χαρές. Τα παιδιά παραδίπλα χαρούμενα με τα ποδήλατα. Τι να σου λέω. Το πιο ωραίο ήταν τα βράδια στρωματσάδα. Που να χωρέσουν τόσοι άνθρωποι. Οι άντρες κοιμόντουσαν έξω. Παιδιά γυναίκες μέσα με τα παράθυρα ανοιχτά και γέλια, κουτσομπολιά.

Τώρα να σου πω, προτιμώ να μένω στο σπίτι μου. Τα γεμιστά μου, ο ανεμιστήρας μου,  τα εγγόνια μου, η τηλεόραση μου, η λαϊκή μου το Σάββατο. Έχω και την Γεωργία από κάτω που έχασε και αυτή τον άντρα της και είναι μόνη της και κάνουμε καλή παρέα. Έχω και την κουνιάδα μου παραδίπλα. Δεν είμαι για ταξίδια εγώ. Μεγάλωσα κιόλας. Άσε που έχω κι ένα σωρό δουλειές. Σάλτσες. Να ψήσω και να βάλω στην κατάψυξη πιπεριές Φλωρίνης. Να ζεματίσω φασολάκια. Πώς νομίζεις ότι βγαίνει ο χειμώνας; Αμπελόφυλλα. Καλαμπόκια. Να ξεράνω τον τραχανά. Όλοι στις κυρά Σούλας τρώνε. Αν δεν τα κάνω το καλοκαίρι τίποτα δεν θα έχουμε να φάμε. Μου λένε “τι κουράζεσαι με την κατάψυξη”. Έλα φάε εσύ πιπεριές γεμιστές θερμοκηπίου. Άνοστες χριστέ μου. Άνοστες. “Πάρε” λέει “σάλτσα από το σούπερ μάρκετ” . Εγώ αυτό το νεροζούμι δεν το έβαλα ποτέ στο στόμα μου και δεν θα το βάλω ποτές. Το καλοκαίρι αγόρι μου να ξέρεις όλα είναι πιο νόστιμα και όλα τα νοικοκυριά του κόσμου κάνουν το κουμάντο τους για το χειμώνα.

Τα έκλεισε όλα τα εισιτήρια. Μου είπε “ήρθε η ώρα να σου κάνω εγώ πρώτη φορά το ταξίδι”. “Δεν θα πληρώσεις τίποτα εσύ”. “Χαίρεσαι;” με ρώτησε: “Χαίρεσαι;” “Είσαι περήφανη για μένα;” Να μην είμαι; Το κορίτσι μου μεγάλωσε. Κούκλα. Σπούδασε. Τώρα έχει τα δικά της χρήματα. Να μη χαίρομαι λέει. Η ψυχή μου το ξέρει. Όμως της είπα: “ Δεν θέλω να τα χαλάς τα λεφτά σου. Κράτα τα. Έχω εγώ και για σένα. Φτάνουν. Φτάνουν αλήθεια. Πάρε κάτι για το σπίτι.” Εγώ τα έλεγα αυτή γελούσε. “Τόσα χρόνια εσύ ... Τώρα εγώ. Και λίγα είναι”.

Φτάνουμε που λες στο λιμάνι. Στον Πειραιά. Είχα χρόνια να κατέβω στον Πειραιά. Μη φανταστείς, δεν τον αλλάξανε και πολύ από τότε. Όπως τον θυμόμουν ήταν. Είχε όμως ζέστη πολλή εκείνη τη μέρα και κόσμο. Κόσμος πολύς. Νέοι. Ξένοι. Παιδιά. Αμάξια. Χαμός. Φωνάζανε. Τροχονόμοι. Ζορίστηκα να πω την αλήθεια. Ήθελα να φύγω και  εκεί κάπου χτυπάει το τηλέφωνο της μικρής μου. “Ναι” ... “Ναι” ... “Ναι” λέει αυτή. Και μετά λέει  “Κανένας; Δεν μπορεί κανένας; Μα είμαι στο λιμάνι. Καλά. Καλά. Καλά, θα έρθω.”

Άκου τώρα τι συνέβη παλικάρι μου. Την πήρανε που λες από την δουλεία της και έπρεπε οπωσδήποτε να πάει έστω και για μια μέρα. Οπωσδήποτε. Τόσο σπουδαία είναι στη δουλειά της για να καταλάβεις. Και μου λέει: “Πήγαινε εσύ. Εγώ θα έρθω αύριο. Είναι όλα πληρωμένα στο ξενοδοχείο. Θα έρθουν να σε πάρουν από το λιμάνι. Δεν έχεις να σε μπερδέψει τίποτα. Σε παρακαλώ δεν θέλω να χάσεις ούτε μια μέρα. Σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ. Θα έρθω αύριο. Αύριο πρωί θα είμαι εκεί μαζί σου. Είναι το αγαπημένο μου νησί. Έτσι δεν θα έκανες και εσύ;” Δεν ήθελα να στεναχωρηθεί άλλο και να της χαλάσω χατίρι ... και πήγα. Πήγα και το βράδυ πείνασα. Όπως ήμουν αγόρι μου έτσι ξαπλωμένη στο ξενοδοχείο, ντύθηκα και κατέβηκα στο εστιατόριο να φάω. Ντύθηκα με μισή καρδιά. Δεν ήξερα τι να πάρω και πήρα μια μπριζόλα. Όταν όμως μου την έφερε το παλικάρι τη μπριζόλα έτσι με το ρυζάκι της, την πατάτα της την τηγανιτή, και το τριμμένο το καρότο στην άκρη, με την πιπεριά την κόκκινη και τη ροδέλα αγγουράκι πάνω στο μαρούλι...  την κοίταξα και ... και άρχισα να κλαίω. Ποτέ , μα ποτέ στη ζωή δεν είχα φανταστεί ότι θα ερχόταν η στιγμή να φάω μόνη μου μια μπριζόλα.

 

Στέλιος Χατζηαδαμίδης

Θεατρικός Συγγραφέας – Σκηνοθέτης

 

THESSNEWS / NEWSLETTER


Επάνω