ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ: 1911-1992! 27 χρόνια μετά, οι στίχοι του παραμένουν στα χείλη όλων

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ 19.5.2019 | 22:56 Στείλτε το με email Εκτυπώστε το

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ: 1911-1992! 27 χρόνια μετά, οι στίχοι του παραμένουν στα χείλη όλων

γράφει η ΜΑΡΙΑ ΨΩΜΑ ΠΕΤΡΙΔΟΥ || [email protected]

«Κάθε φορά που ανοίγεις δρόμο στη ζωή, μην περιμένεις να σε βρει το μεσονύχτι. Έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ»

«Το δίχτυ»
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη εκτέλεση: Τάκης Μπίνης


«Τ’ αστέρι του βοριά
θα φέρει ξαστεριά
μα πριν φανεί μέσ’ απ’ το πέλαγο πανί
θα γίνω κύμα και φωτιά
να σ’ αγκαλιάσω ξενιτιά»

«Τ’ αστέρι του βοριά»
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πρώτη ερμηνεία: Γιώργος Ρωμανός & Βασίλης Ριζιώτης

 

 

Τι να τολμήσει να πει κανείς για τον Νίκο Γκάτσο; Τον ποιητή; Τον μεταφραστή; Τον αγαπημένο στιχουργό των μεγάλων μας συνθετών και ερμηνευτών, όπως του Μάνου Χατζιδάκι και του Σταύρου Ξαρχάκου, του Μανώλη Μητσιά, της Μούσχουρη, της Δήμητρας Γαλάνη, της Μοσχολιού και τόσων άλλων; Πώς να παρουσιάσει το ύψος της δημιουργίας του;

Το σώμα του μπορεί να έχει εκλείψει εδώ και πολλά χρόνια, όμως η ψυχή του μέσα από τα ποιήματα και τους στίχους του, παραμένει ολοζώντανη ανάμεσά μας. Μικροί και μεγάλοι την διατηρούμε ατόφια κάθε φορά που σιγοτραγουδάμε τις δημιουργίες του, στις χαρές και στις λύπες μας.

«…Ένας αξιοθαύμαστος άνθρωπος, πλούσιος σε συναισθήματα και εικόνες, με έμφυτη συνείδηση της διαχρονικότητας, που κληροδότησε στη χώρα μας μια σπουδαία πολιτισμική παρακαταθήκη, ένα μεγάλο, πολύπτυχο και συμπαγές σε σπουδαιότητα ποιητικό έργο…που ορισμένες φορές γεννήθηκε με αφορμή τη μουσική» έγραψε για τον Γκάτσο ο Κωνσταντίνος Τσακαλάκης σε αφιέρωμά του.


Από την Αρκαδία
στην Αθήνα

Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε στην Ασέα Αρκαδίας από αγρότες γονείς. Στα πέντε του χρόνια έμεινε ορφανός από πατέρα, ο οποίος έφυγε από τους πρώτους μετανάστες για Αμερική, αρρώστησε όμως στο πλοίο, πέθανε και πέταξαν το σώμα του στον Ατλαντικό.

Τελείωσε το Δημοτικό στην Ασέα και το Γυμνάσιο στην κοντινή Τρίπολη όπου ήρθε σε επαφή με τη λογοτεχνία κι έμαθε με μεθόδους αυτοδιδασκαλίας Αγγλικά και Γαλλικά. Το 1930, όταν πήγε στην Αθήνα για να σπουδάσει στη Φιλοσοφική Σχολή (διέκοψε μετά το 2ο έτος) μιλούσε ήδη αρκετά καλά τις δυο γλώσσες, ενώ είχε ήδη μελετήσει τον Παλαμά, τον Σολωμό και το δημοτικό τραγούδι και παρακολουθούσε τις νεωτεριστικές τάσεις στην ποίηση της Ευρώπης.

Πρωτοδημοσίευσε μικρά ποιήματά του και κριτικά σημειώματα σε περιοδικά όπως «Νέα Εστία», «Ρυθμός», «Νέα Γράμματα» κ.α. Η γνωριμία του με τον Οδυσσέα Ελύτη, το 1936, υπήρξε καθοριστική.

Το μοναδικό βιβλίο που εξέδωσε, όσο ζούσε, ήταν η ποιητική σύνθεση «Αμοργός», η οποία θεωρείται κορυφαία δημιουργία του ελληνικού υπερρεαλισμού, που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική ποίηση.

 

Μετάφραση
θεατρικών έργων

Ο Γκάτσος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη μετάφραση θεατρικών έργων, κυρίως για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου, του Θεάτρου Τέχνης και του Λαϊκού Θεάτρου. Αφορμή στάθηκε το έργο «Ματωμένος Γάμος» του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, που το μετέφρασε το 1943, έχοντας ήδη μάθει μόνος του και ισπανικά, εκδόθηκε από τον Ίκαρο το 1945 και ανέβηκε από τον Κάρολο Κουν στο Θέατρο Τέχνης το 1948.

Ωστόσο η μεγάλη συνεισφορά του Γκάτσου είναι στο τραγούδι, ως στιχουργός. Κατάφερε να φέρει την ποίηση στον στίχο και να δώσει, κυρίως μέσω της συνεργασίας του με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον κανόνα του ποιητικού τραγουδιού. Συνεργάστηκε επίσης με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Δήμο Μούτση, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον Χριστόδουλο Χάλαρη, καθώς και με νεότερους συνθέτες.

Οι πρώτοι στίχοι που έγραψε ήταν το «Χάρτινο το φεγγαράκι», που μίλησε αμέσως στις καρδιές του κόσμου. Ακολούθησαν πάρα πολλά άλλα που αγαπήθηκαν εξίσου, όπως: «Ένα μεσημέρι», «Σπίτι μου σπιτάκι μου», «Αθανασία», «Ο Γιάννης ο Φονιάς», «Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα», «Ρεμπέτικο», η «Ενδεκάτη εντολή». Το σύνολο του στιχουργικού έργου του βρίσκεται συγκεντρωμένο στον τόμο «Όλα τα τραγούδια» (εκδ. Πατάκη).

 

Σύντροφος
και φίλοι

Σύντροφος του Νίκου Γκάτσου ήταν η Αγαθή Δημητρούκα, στιχουργός, συγγραφέας και μεταφράστρια, που έζησε δίπλα του 17 χρόνια, η οποία και επιμελήθηκε τη συγκεντρωτική έκδοση των τραγουδιών του κι έχει φέρει στο φως άγνωστες ανθρώπινες πτυχές του σεμνού δημιουργού.

Η κ. Δημητρούκα περιγράφει τον Γκάτσο ως έναν αρχοντάθρωπο, φαινομενικά βλοσυρό αλλά με πολύ ζεστή καρδιά και παροιμιώδες χιούμορ, που του ήταν αδιανόητο να πληρώσει όποιος καθόταν στο τραπέζι του, αν και τα λεφτά του προέρχονταν από προκαταβολές που έπαιρνε από τις δισκογραφικές εταιρείες.

Η φιλία του με τον Μάνο Χατζιδάκι ήταν μοναδική, όπως και με την Νάνα Μούσχουρη αλλά και με τον ηθοποιό Σωτήρη Μουστάκα και την οικογένειά του. Εκτός από τον Χατζιδάκι, θεωρούσε πώς ο Ξαρχάκος ήταν ακόμη ένας συνθέτης που τον ενέπνεε.

Για τον συνθέτη ο Γκάτσος υπήρξε μια πατρική φιγούρα αλλά και για τον ίδιο ο Ξαρχάκος ήταν σαν γιος του.

Από τους ερμηνευτές, εκτός από τη Μούσχουρη, ο Γκάτσος αγαπούσε ιδιαίτερα τον Μητσιά και τον Γιώργο Μαρίνο. Για τη φωνή του Μητσιά είχε γράψει το 1975 το «Αθανασία» και αργότερα έδωσε το τραγούδι στην Γαλάνη.

 

Οι βραβεύσεις

Ο Νίκος Γκάτσος δεν έκρινε ποτέ τους άλλους στιχουργούς. Μιλούσε μόνο για δημιουργίες τους που του άρεσαν, όπως κάποιο στίχοι του Μάνου Ελευθερίου και του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Εκτιμούσε πολύ και τον Σαββόπουλο στο σύνολό του, που θεωρούσε ότι εκπροσωπούσε το μοντέρνο. Έτρεφε επίσης μεγάλο θαυμασμό για τον Μπομπ Ντίλαν, που τον χαρακτήριζε ακραιφνή ποιητή.

Η σύντροφός του έχει πει ακόμη για τον Γκάτσο ότι «σε έκανε να αισθάνεσαι σαν καθρέφτης του εαυτού σου. Σε άφηνε ελεύθερο, σου άφηνε πρωτοβουλία, δεν νουθετούσε, απλώς σου έλεγε τη γνώμη του. Είχε μια εντελώς δημοκρατική αντίληψη».

Το 1991, προς το τέλος της ζωής του ο Γκάτσος δέχτηκε μια μεγάλη τιμή, μια βράβευση από την Ακαδημία της Βαρκελώνης που του έδωσε μεγάλη χαρά. Του απονεμήθηκε ο τίτλος του Αντεπιστέλλοντος Μέλους της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Γραμμάτων της Βαρκελώνης για τη συμβολή του στη διάδοση της ισπανικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Τέσσερα χρόνια πριν, το 1987, τιμήθηκε και με το Βραβείο του Δήμου Αθηναίων για το σύνολο του έργου του.


«Με τι καρδιά να σ’ αποχαιρετήσω;
Με τι καρδιά τραγούδι να σου πω;
Στον ουρανό με τ’ όνειρο θα ζήσω,
Στον ουρανό σαν άστρο θα χαθώ»
«Με τι καρδιά τον κόσμο ν’ αρνηθώ;»
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη εκτέλεση: Σταμάτης Κόκοτας.

 

Από το φύλλο της THESSNEWS #157 (11/05/2019-12/05/2019)

THESSNEWS / NEWSLETTER


Επάνω