Ρένια Λουιζίδου στην ThessNews: Οι γυναίκες απολογούνται για όλα

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ 31.3.2019 | 23:03 Στείλτε το με email Εκτυπώστε το

Ρένια Λουιζίδου στην ThessNews: Οι γυναίκες απολογούνται για όλα

συνέντευξη στην ΜΑΡΙΑ ΨΩΜΑ ΠΕΤΡΙΔΟΥ || [email protected]

Η Ρένια Λουιζίδου δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Παλιότεροι και νεότεροι, μικροί και μεγάλοι, τη γνωρίζουμε όλοι από τους «Απαράδεκτους», «Το καφέ της Χαράς» με την τεράστια επιτυχία που κρατάει ακόμη από το 2003, και σήμερα από  «Το σόι σου» που συνεχίζεται στην τηλεόραση με πολύ υψηλή τηλεθέαση.

Η Ρένια είναι πρόσωπο οικείο και αγαπημένο, η δική μας Ρένια που μας ταξιδεύει με τους ρόλους της, χωρίς ουδέποτε να απασχολεί το κοινό με την προσωπική της ζωή. Ηθοποιός της τηλεόρασης, της μεγάλης οθόνης και φυσικά του θεάτρου, καταφέρνει οι ερμηνείες της σε κάθε επίπεδο να γίνονται επιτυχίες.

Για εμάς τους Θεσσαλονικείς υπάρχει ακόμη ένας λόγος που την κάνει πιο οικεία, πιο «δική μας». Η Ρένια είναι γέννημα-θρέμμα Θεσσαλονικιά, με έντονες μικρασιατικές καταβολές που αποφοίτησε από τη σχολή του Κρατικού Θεάτρου πριν κατέβει στην Αθήνα για να ξεκινήσει την καριέρα της.

Αυτές τις ημέρες βρίσκεται στην πόλη μας με την εξαιρετικά επιτυχημένη παράσταση «Το Τίμημα» του Άρθουρ Μίλερ, η οποία παιζόταν στην Αθήνα επί δυο χρόνια. Η Ρένια συμπρωταγωνιστεί στο πλευρό του μοναδικού Γιώργου Μιχαλακόπουλου μαζί με τους Γεράσιμο Σκιαδαρέση και Χρήστο Σαπουντζή, σε σκηνοθεσία της Ιωάννας Μιχαλακοπούλου.

Το αριστουργηματικό έργο του Μίλερ, ένα από τα γνωστότερά του, είναι γραμμένο το 1967 με έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία, το οποίο έχει ανεβεί σε πολλές θεατρικές σκηνές παγκόσμια. Είναι δε το μόνο έργο του που σκηνοθέτησε ο ίδιος. Σκιαγραφεί τους χαρακτήρες του περίτεχνα να προσπαθούν να ισορροπήσουν και να αναμετρηθούν με τον εαυτό τους, σε έναν κόσμο χωρίς δικαιοσύνη, όπου το παρελθόν καθορίζει το παρόν σε μια πραγματικότητα χωρίς λογική.

Τι κάνεις όταν όλα γύρω σου καταρρέουν; Διαγράφεις τα όνειρά σου στην προσπάθειά σου να επιβιώσεις ή τα κυνηγάς προσπερνώντας τις ανάγκες των άλλων ακόμα και της οικογένειάς σου; Το έργο μας βάζει με επιδεξιότητα μπροστά σε αυτό το δίλημμα. Σε κάθε μεγάλη απόφαση καλούμαστε να πληρώσουμε ένα «Τίμημα». Το έργο του Μίλερ μοιάζει να απευθύνεται άμεσα και στην Ελλάδα του σήμερα, στις αποφάσεις που καλούμαστε να πάρουμε κι εμείς τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή.

Η Ρένια Λουιζίδου μας μίλησε για την παράσταση και για τον ρόλο της Έστερ που ενσαρκώνει αλλά και για όλη την υποκριτική της διαδρομή.

 

Δύο χρόνια παραστάσεις. Πού πιστεύεις ότι οφείλεται η επιτυχία;

Ποτέ δεν ξέρουμε στ’ αλήθεια. Ξέρεις ότι παίζεις ένα πάρα πολύ ωραίο κείμενο. Ξέρεις ότι είναι ο Γιώργος ο Μιχαλακόπουλος, ένας θρύλος του θεάτρου. Παρ’ όλα αυτά, κάτι χρειάζεται παραπάνω, μια χημεία που δημιουργείται ή δεν δημιουργείται. Αυτό είναι άπιαστο, ούτε προβλέπεται ούτε κατασκευάζεται. Στην αρχή πηγαίνεις με το ένστικτο. Άλλωστε, αν το ξέραμε θα το κάναμε συνέχεια και θα είχαμε πάντα επιτυχίες.
 

«Το Τίμημα» είναι ένα διαχρονικό έργο, αν και γράφτηκε το ’67;

Είναι ένα έργο που δεν είχε περάσει στον αφρό όπως άλλα έργα του Μίλερ, όπως «Ο θάνατος του εμποράκου» ή το «Ήταν όλοι τους παιδιά μου». «Το Τίμημα» έχει πολλά βιογραφικά του συγγραφέα στοιχεία εξ αντανακλάσεως. Είναι ένα έργο το οποίο αναφέρεται στο τι προκάλεσε στις ζωές των ανθρώπων το μεγάλο κραχ του 1929 στην Αμερική, τι επιλογές αναγκάστηκαν να κάνουν τότε, τι διχασμό έφερε μέσα σε μια οικογένεια η οικονομική συντριβή της. Αυτό, στη φάση που ανέβηκε εδώ στην Ελλάδα ήταν πάρα πολύ επίκαιρο και του έδωσε μια μεγαλύτερη ώθηση, γιατί το κείμενο ούτως ή άλλως είναι πολύ σπουδαίο. Ο τρόπος που περνάει από το γενικό στο προσωπικό είναι μοναδικός, αλλά ο Μίλερ είναι ένας πολύ μεγάλος συγγραφέας.
 

Πώς είναι να παίζεις πλάι στον Γιώργο Μιχαλακόπουλο;

Ο Γιώργος είναι ένας υπέροχος θρύλος, γλυκός και αγαπησιάρης με εμάς τους νεότερους, με ζηλευτή γόνιμη τρέλα. Ένας πραγματικός καλλιτέχνης. Φοβερά χορτασμένος θεατρικά, κάτι που το βλέπεις και το λιμπίζεσαι. Έχει ισορροπία και ειρήνη μέσα του και το μεταδίδει στους συνεργάτες του. Είμαστε πολύ τυχεροί. Κάναμε έναν δεμένο και αγαπημένο θίασο για μια δύσκολη παράσταση, με ζεστά και χαρούμενα καμαρίνια.
 

Είναι η Έστερ μια άτολμη γυναίκα;

Η Έστερ έζησε όλη τη ζωή της σαν άτολμη, με την έννοια ότι από κοινού με τον άντρα της κάνανε μια συμβιβαστική επιλογή για τη ζωή τους και από φόβο αλλά και από αυτό που θεωρούσαν ως ηθική υποχρέωση. Όπως λέει κάποια στιγμή στο έργο ο Βίκτορ, «είχαμε αποφασίσει να μην κυνηγήσουμε το χρήμα, να μην καθορίσει τα πάντα αυτό».  Στο έργο, βλέπουμε το ζευγάρι στα 50 του πια, όπου οι ματαιώσεις μιας ολόκληρης ζωής στα όνειρα, στις ελπίδες, στη δημιουργικότητα, βρίσκουν την Έστερ σε πολύ οριακή κατάσταση. Δεν είναι ούτε άτολμη ακριβώς ούτε τολμηρή, είναι τεταμένη. Ζητάει από τον άντρα της μια καινούργια αρχή, την οποία αυτός δεν αισθάνεται ότι μπορούνε πια να την κάνουν.
 

Κατά πόσο αντιπροσωπεύει η προσωπικότητα της Έστερ τη σημερινή γυναίκα;

Αρκετά, νομίζω. Όχι όμως μόνο τη γυναίκα αλλά γενικότερα τον άνθρωπο. Το ζευγάρι στο έργο είναι στην ηλικία των 50, που είναι  πολύ αργά για να αρχίσεις κάτι και πολύ νωρίς για να τα παρατήσεις. Αν δεν ζούσαμε μέσα σε αυτήν την κρίση, θα έπρεπε να ήταν τα δημιουργικά μας χρόνια. Τα χρόνια που μπορείς πια να κάνεις κάποιες δοκιμές, εφόσον έχεις κατακτήσει πράγματα. Αυτά όλα μας τα πήρανε στα καλά καθούμενα. Δεν γίνεται να ρισκάρεις πια πέρα από ένα όριο, γιατί όλα είναι επισφαλή και μπορεί να επιστρέψεις για πλάκα στο μηδέν. Για τις γυναίκες είναι, ούτως ή άλλως, πιο δύσκολα τα πράγματα. Οι άνδρες δεν απολογούνται μεγαλώνοντας. Οι γυναίκες για όλα. Δεν είναι ωραίο αυτό. Ακόμα προσπαθούμε να αποδείξουμε ότι πρέπει να πληρωνόμαστε το ίδιο με τους άνδρες ως εξίσου ικανές και άξιες. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να αποδεικνύουμε ότι παραμένουμε νέες, ωραίες, αδύνατες… Κανένας δεν ρωτάει έναν άνδρα, πώς έκανες καριέρα; Τι έκανες με το παιδί σου, πώς το μεγάλωσες; Η γυναικεία πλευρά παραμένει ευάλωτη εντελώς αδικαιολόγητα.
 

Ποιον θεωρείς τον πιο σημαντικό σου ρόλο;

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιον, γιατί για τη χρονική στιγμή και για την ηλικία που με βρήκε ο κάθε ρόλος ήταν σημαντικός, ακόμα κι αν δεν ήταν πάντα «πρώτης γραμμής». Είναι μια πορεία, από την οποία αν βγάλεις ένα βήμα, τότε πάει αλλού.  Πρέπει όμως να παραδεχτώ από αυτά που μου λέει ο κόσμος στο δρόμο και τα παιδάκια ακόμα για «Το Καφέ της Χαράς», που είναι μια δουλειά που έγινε το 2003 και τώρα έχουμε 2019, ότι θα συνδέομαι εφ’ όρου ζωής με αυτόν τον χαρακτήρα.
 

Έχεις τη δυνατότητα να επιλέγεις τους ρόλους σου;

Σε κάποια πλαίσια, έχω.  Δεν είμαι σε θέση δύναμης ή εξουσίας να αποφασίζω εγώ τι θα κάνω, είμαι όμως σε μια θέση όπου δέχομαι ποικίλες προτάσεις από άλλους και  επιλέγω αυτήν που είναι πιο κοντά σε μένα, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
 

Υπάρχει κάποιος ρόλος που θα ήθελες να κάνεις στο μέλλον;

Όχι. Κάνω πια 30 χρόνια αυτή τη δουλειά και πιστεύω ότι αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Περισσότερο προσέχω με ποιους θα κάνω κάτι. Γιατί με τους σωστούς ανθρώπους μπορεί να εξελιχτεί σε πολύ ωραίο και ουσιαστικό. Η υποκριτική είναι ομαδική δουλειά.
 

Τι προτιμάς, το θέατρο, την τηλεόραση ή τον κινηματογράφο;

Το θέατρο, όπως και οι περισσότεροι ηθοποιοί. Αυτό που απομονώνεσαι σε μια αίθουσα για 2 ώρες μαζί με το κοινό, δεν μοιάζει με τίποτε άλλο.
 

Αν ξεκινούσες από την αρχή θα γινόσουν και πάλι ηθοποιός;

Δεν μπορώ εύκολα να σκεφτώ πιο ωραία δουλειά. Η καλύτερη δουλειά στον κόσμο, αν και τα γύρω-γύρω της μπορούν να γίνουν και αφόρητα. Η ίδια όμως η δουλειά, δεν παίζεται! Οι όποιες επιφυλάξεις διατηρώ είναι γιατί από τη στιγμή που αποφασίζεις να γίνεις ηθοποιός, υπογράφεις ένα αέναο συμβόλαιο με την ανασφάλεια και γιατί σε κάθε τι που κάνεις κρίνεσαι κάθε φορά από το μηδέν.

Τι συμβουλή θα είχες να δώσεις στους νέους ηθοποιούς;

Η δυσκολία είναι μεγάλη, όμως καταλαβαίνω πολύ καλά ότι αυτή η δουλειά είναι ένας καημός εσωτερικός, ένα μικρόβιο, που πρέπει τουλάχιστον να τους κάνει να δοκιμάσουν, αλλιώς θα μείνουν μια ζωή με ένα απωθημένο. Αρκεί να ξέρεις πως δεν ξεκινάς από το διάσημος, από το φωτογραφημένος, από το πετυχημένος. Ξεκινάς από το αν σου αρέσει αυτή η δουλειά που είναι εργατική. Πολύ κουπί και πολύ προσπάθεια. Αν λοιπόν μιλάμε γι’ αυτό, τότε ναι, πρέπει να το προσπαθήσουν.
 

Πέρα από τη δουλειά σου, κρατάς μια απόσταση από τη δημοσιότητα…

Δεν είναι κάτι που έκανα εσκεμμένα. Ακολούθησα τον χαρακτήρα μου. Τι εννοώ εγώ ως ζωή μου και δεν με ενόχλησε κανένας. Οι παπαράτσι δεν ήταν ποτέ έξω από την πόρτα μου, στην Ελλάδα ζούμε. Ακόμα και μετά από τριάντα χρόνια, όταν βλέπω σε κάποιο περιοδικό τη φάτσα μου νιώθω αμηχανία κι όχι χαρά. Μου φαίνεται ότι είμαι και δεν είμαι εγώ, δεν αντιστοιχεί ακριβώς σε μένα. Η κοσμική ζωή δεν μου αρέσει ιδιαίτερα. Δουλεύω σαν το σκυλί όλη μέρα. Θέλω στον ελεύθερο χρόνο μου να κάνω κάτι που μου αρέσει. Αυτό είναι το γούστο το δικό μου. Για κάποιον άλλον μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικό. Με τον άντρα μου κάνουμε τη ζωή που θα κάναμε αν δεν ήμουν ηθοποιός και ήμουν, ας πούμε, φιλόλογος.
 

Πώς αισθάνεσαι κάθε φορά που έρχεσαι στη Θεσσαλονίκη;

Πάντα τις πρώτες μέρες έχω μια αμηχανία. Με πιάνουν τα νεύρα μου, επειδή αλλάζει η πόλη κι εγώ δεν μπορώ να το παρακολουθήσω. Πηγαίνω για το φαρμακείο στη γωνία και βρίσκω ας πούμε τυροπιτάδικο. Δαιμονίζομαι που νιώθω ξένη. Μετά τις πρώτες μέρες, όμως, μου περνάει. Στη Θεσσαλονίκη λατρεύω που μπορώ να κάνω τα πάντα με τα πόδια και να έχω μια πλήρη καθημερινότητα χωρίς να χρειάζεται να φάω τη μισή μου μέρα μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο. Και κάθε φορά λυπάμαι που αυτό που ήθελα να κάνω στη ζωή μου, δεν μπορούσα να το κάνω ζώντας εδώ.

 

Από το φύλλο της THESSNEWS #150 (23/03/2019-24/03/2019)

THESSNEWS / NEWSLETTER


Επάνω