Πρόσωπο με Πρόσωπο με τη Χάνα Κέντ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ 24.3.2019 | 23:27 Στείλτε το με email Εκτυπώστε το

Πρόσωπο με Πρόσωπο με τη Χάνα Κέντ

συνέντευξη στην ΜΑΡΙΑ ΨΩΜΑ ΠΕΤΡΙΔΟΥ || [email protected]

Όταν το 2013 εμφανίστηκε στα ράφια των βιβλιοπωλείων το «Έθιμα Ταφής» της Χάνα Κεντ, εκδόσεις Ίκαρος, κανένας δεν γνώριζε τη συγγραφέα του, ούτε φυσικά και το μυθιστόρημα. Και πώς άλλωστε αφού ήταν πρωτοεμφανιζόμενη;

Τα πράγματα όμως εξελίχθηκαν πολύ γρήγορα. Οι πρώτες κριτικές υπήρξαν διθυραμβικές και το βιβλίο σημείωσε και σημειώνει ιδιαίτερη επιτυχία, συγκεντρώνοντας μέσα στα επόμενα χρόνια 9 λογοτεχνικά βραβεία, ενώ μεταφράστηκε σε 28 γλώσσες. Το όνομα της Χάνα Κεντ άρχισε να συζητιέται πολύ στους λογοτεχνικούς κύκλους, αφού το πρώτο αυτό δείγμα γραφής της, έδειξε μια λογοτέχνιδα εξαιρετικά ώριμη με αριστοτεχνικό χειρισμό του λόγου.

Το «Έθιμα Ταφής» μας μεταφέρει στη Βόρεια Ισλανδία του 1829 και αφηγείται την αληθινή ιστορία της Άγκνες, που υπήρξε η τελευταία γυναίκα στην Ισλανδία που καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε, για τη συμμετοχή της στη βίαιη δολοφονία του εραστή της. Πρόκειται για ένα πολύ δυνατό αφήγημα που ζωντανεύει παραστατικά τη ζωή, τα ήθη και τα έθιμα της εποχής στην παγωμένη χώρα του βορρά, καθώς και τις προκαταλήψεις και τις δεισιδαιμονίες που επικρατούσαν. Η συγγραφέας καταφέρνει να διεισδύσει βαθιά στην ψυχολογία της ηρωίδας της και να συγκινεί τον αναγνώστη με τη σκιαγράφηση του εσωτερικού εαυτού μιας γυναίκας που θεωρούνταν σχεδόν δαιμονική και αποκαλούνταν κακιά, μάγισσα και γυναίκα –αράχνη.

Τρία χρόνια αργότερα η Κεντ θα εκδώσει το δεύτερο μυθιστόρημά της «Οι Καλοί» εκδόσεις Ίκαρος, που διαδραματίζεται και αυτό περίπου την ίδια χρονική περίοδο, αλλά αυτή τη φορά στην Ιρλανδία. Εδώ, πάλι η πρωταγωνίστρια είναι μια γυναίκα, η Νόρα, η οποία μετά τον θάνατο του συζύγου της βρίσκεται ολομόναχη να φροντίζει τον εγγονό της Μίχολ, ένα παιδί ανήμπορο να περπατήσει και να μιλήσει. Η Νόρα μαζί με άλλες δυο γυναίκες , ελπίζουν να καταφέρουν τον Μίχολ στην πρότερη υγιή του κατάσταση. Όμως ο ιδιαίτερος κόσμος τους με τα ήθη, τα πιστεύω και τις τελετουργίες, δημιουργεί γύρω τους έναν ασφυκτικό κλοιό που θα τις οδηγήσει σε ένα επικίνδυνο μονοπάτι και θα αναγκαστούν να αμφισβητήσουν όλα όσα γνωρίζουν.

Το «Έθιμα Ταφής» όπως και «Οι Καλοί» αποτελούν μια θαυμάσια εισαγωγή στη μακάβρια φύση μιας εξαφανισμένης κοινωνίας, της οποίας παρακολουθούμε τις αρετές, τον παραλογισμό αλλά και τις καταστροφικές παρορμήσεις της.

Η Χάνα Κεντ γεννήθηκε στην Αδελαΐδα της Αυστραλίας το 1985. Πήρε PhD στη Δημιουργική Γραφή από το Πανεπιστήμιο Flinders και είναι συνιδρύτρια  και αρχισυντάκτης του λογοτεχνικού περιοδικού Kill your Darlings της Αυστραλίας.
Η πολυβραβευμένη νεαρή συγγραφέας βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη την Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2019 στο Public της Τσιμισκή, για να μιλήσει για τα βιβλία της αλλά και με το κοινό της. Εκ μέρους της ThessNews είχα έτσι την ευκαιρία , η συγγραφέας να μου παραχωρήσει και μια προσωπική συνέντευξη.

 

Η Χάνα Κεντ είναι μια χαμογελαστή, προσηνής νεαρή γυναίκα, που από τις πρώτες κουβέντες αποπνέει αισιοδοξία. Είναι ευχάριστη και πρόθυμη να απαντάει σε κάθε ερώτηση ενώ δείχνει να μην έχει συνειδητοποιήσει την επιτυχία της και την μεγάλη απήχηση που έχουν στους αναγνώστες τα βιβλία της. Φυσικά είναι βιβλιοφάγος και άνθρωπος της πειθαρχίας, της έρευνας αλλά και της σκληρής δουλειάς.

 

Πώς μια νεαρή επίδοξη συγγραφέας από την Αυστραλία ενδιαφέρθηκε για τη μακρινή Ισλανδία και Ιρλανδία του 19ου αιώνα;

Ήταν τυχαίο. Όταν αποφοίτησα από το Γυμνάσιο δεν ήξερα ακριβώς τι ήθελα να κάνω. Πάντα μου άρεσε η συγγραφή αλλά σκεφτόμουν να μελετήσω και κάτι άλλο. Ήμουν 17 χρονών κι επειδή δεν μπορούσα να αποφασίσω, έκανα αίτηση σε ένα πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών στο εξωτερικό. Σε αυτό το πρόγραμμα έπρεπε να προτείνω σε ποιες χώρες επιθυμούσα να πάω, κι εγώ επειδή ήθελα απεγνωσμένα να δω χιόνι , που δεν είχα δει ποτέ στη ζωή μου, πρότεινα την Ισλανδία, τη Σουηδία και την Ελβετία. Τελικά επιλέχθηκα για την Ισλανδία, μια χώρα με ελάχιστο φως το 24ωρο και απίστευτο κρύο. Έμεινα για ένα χρόνο σε ένα πολύ γραφικό χωριό, σε μια υπέροχη κοιλάδα κι εκεί άκουσα ότι ήταν ο τόπος της τελευταίας εκτέλεσης στην Ισλανδία μιας γυναίκας που είχε καταδικαστεί σε θανατική ποινή. Η ιστορία τράβηξε αμέσως την περιέργειά μου! Άρχισα να ρωτάω ποια ήταν, τι έγκλημα είχε διαπράξει και έμαθα ότι την έλεγαν Άγκνες Μαγκνουσντότιρ  και ότι είχε μαχαιρώσει θανάσιμα δυο άνδρες. «Γιατί το έκανε;» ρωτούσα και κανένας δεν μπορούσε να μου δώσει μια απάντηση. Σταδιακά, αυτή η γυναίκα ήταν σαν να με στοίχειωνε. Κι όταν άρχισα να βρίσκω κάποια στοιχεία για αυτήν, ήταν όλα στερεοτυπικά. Παντού αναφερόταν σαν δαιμονική, κακιά και μάγισσα. Δεν υπήρχε κανένα ανθρώπινο στοιχείο για αυτήν που να εξηγούσε γιατί είχε σκοτώσει.
 

Το μυθιστόρημα βγήκε περίπου 5 χρόνια μετά, γιατί πραγματικά ήθελα να δείξω πώς πραγματικά ήταν αυτή η γυναίκα. Πώς ξεκίνησε. Πώς έζησε. Ποτέ δεν σκόπευα να γράψω ιστορικό μυθιστόρημα, έτσι έτυχε. Κι εδώ πρέπει να πω ότι κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου για την Άγκνες διάβαζα κάποιες αγγλικές εφημερίδες της εποχής και τότε έπεσα και πάνω στη συναρπαστική περίπτωση της Νόρας, της ηρωίδας  στο «Οι Καλοί».
 

Λένε ότι οι συγγραφείς πάντα βάζουν στις ιστορίες τους ένα κομμάτι του εαυτού τους. Ισχύει αυτό για εσένα;
Η πρώτη μου αντίδραση είναι να πω, όχι, γιατί δεν ενδιαφέρομαι να γράφω βιογραφίες. Όμως κάθε μυθιστόρημα περνάει μέσα από τον συγγραφέα, άρα χαράζει και κάποιο σημάδι της προσωπικότητάς του. Ίσως αυτό που μπορώ εύκολα να παραδεχτώ είναι η έντονη καταγραφή των τοπίων, γιατί με καθηλώνουν και τα παρατηρώ. Όσο όμως αφορά θέματα προσωπικών μου εμπειριών, δεν υπάρχει κάτι στα βιβλία μου, γιατί η προσωπική μου ζωή είναι απλή ευτυχισμένη και ίσως και βαρετή.
 

Στα βιβλία σου ζωντανεύεις πολύ παραστατικά την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής, όπως και τα συναισθήματα και τις εσωτερικές διεργασίες των ηρωίδων σου. Πώς το καταφέρνεις αυτό;
Για να γράψω κάτι πρέπει  κι εγώ να το βλέπω. Για να γίνει αυτό χρειάζεται πρώτα, πολύ έρευνα. Πέρασα  ένα χρόνο μελέτης της εποχής, του πολιτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος καθώς και των συνηθειών των απλών ανθρώπων. Τι έτρωγαν; Τι φορούσαν; Τι πίστευαν; Πόσο συχνά πλένονταν; Πώς επηρέαζε ο καιρός τη ζωή τους; Διάβασα λοιπόν άρθρα, ιστορικές καταγραφές, ημερολόγια, εφημερίδες, ό,τι έπεσε στα χέρια μου. Μετά, ήμουν έτοιμη να γράψω. Τα είχα όλα μπροστά στα μάτια μου.
Υπάρχουν όμως και κάποια πράγματα που είναι ανεξήγητα στο συγγραφέα .Για παράδειγμα, πριν γράψω την σκηνή που η Άγκνες οδεύει προς το εκτελεστικό απόσπασμα, θυμάμαι ότι είχα δει 2-3 όνειρα, όπου εγώ επρόκειτο να πεθάνω. Ιδιαίτερα το ένα ήταν πάρα πολύ έντονο και δεν το αναφέρω συχνά αυτό. Όταν ξύπνησα, έγραψα αυτές τις σκηνές. 

 

Και στα δυο βιβλία σου οι ηρωίδες είναι γυναίκες. Σε ενδιαφέρει να προβάλλεις τη θέση των γυναικών σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο;
Νομίζω ότι με ενδιαφέρουν οι ιστορίες που δεν έχουν ακόμη ειπωθεί. Σε ένα μεγάλο ποσοστό αφορούν περισσότερο τις γυναίκες και ιδιαίτερα αυτές που προέρχονται από πολύ χαμηλά στρώματα. Όπως και στην περίπτωση της Άγκνες, αυτές οι γυναίκες δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να απαντήσουν σε αυτά που τις κατηγορούσαν ή στον τρόπο που τις παρουσίαζαν. Δεν ήξεραν καν γράμματα για να διαβάσουν τις εφημερίδες που τις γελοιοποιούσαν. Ναι, ενδιαφέρομαι σαν συγγραφέας να τις παρουσιάσω σαν ανθρώπινα όντα, με πολλές πλευρές και χαρακτήρα, να δείξω αυτό που έχει παραμείνει στη σιωπή, αυτό που λείπει. 
 

Στο «Έθιμα Ταφής» η Άγκνες λέει κάπου: ο τρόπος που σε βλέπουν οι άλλοι, αποφασίζει τελικά ποιος είσαι
Ναι, με απασχολεί η σκέψη αν πραγματικά γνωρίζουμε κάποιον καλά, αν καταλαβαίνουμε ειλικρινά ποιος είναι. Πολλές φορές αυτό που έχουμε μέσα μας μοιάζει να αποσυνδέεται με το έξω. Ίσως ποτέ να μην καταλάβουμε πώς ακριβώς μας βλέπουν οι άλλοι και νομίζω ότι κανένας δεν σκέφτεται τον εαυτό του ως «κακό».
 

Ποιοι συγγραφείς σε έχουν επηρεάσει;
Η Μάργκαρετ Άτγουντ, ο Τόμας Χάρντυ για τα τοπία του, η Βιρτζίνια Γουλφ για την εξερεύνηση του εσώτερου εαυτού, η Έμμα Ντόναχιου και πολλοί ποιητές.
 

Έχεις σπουδάσει Δημιουργική Γραφή. Πιστεύεις ότι αυτές οι σπουδές μπορούν να κάνουν κάποιον συγγραφέα;
Σίγουρα υπάρχουν τεχνικές τις οποίες κανείς μπορεί να διδαχθεί. Αλλά η βαθιά επιθυμία που έχει κάποιος να εκφραστεί, αυτό δεν νομίζω ότι διδάσκεται.
Εμένα πάντως αυτές οι σπουδές με βοήθησαν πολύ, γιατί μου έδωσαν τον χρόνο και την οικονομική δυνατότητα να κάνω την έρευνα μου (είχα υποτροφία) μια και αρχικά το «Έθιμα Ταφής ήταν η διδακτορική μου διατριβή και μετά έγινε μυθιστόρημα.

 

Το «Έθιμα Ταφής» γίνεται ταινία. Πώς αισθάνεσαι γι’ αυτό;   
Αισθάνομαι υπέροχα! Επειδή το βιβλίο βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα πιστεύω ότι θα γίνει μια εξαιρετική ταινία και η Τζένιφερ Λώρενς είναι μια εξαιρετική ηθοποιός.
 

Πώς αισθάνεσαι για τις επιτυχίες σου;
Συνήθως δεν το σκέφτομαι. Ζω μια απλή καθημερινή ζωή όπως όλοι και γράφω για τη διαδικασία και την ευχαρίστηση της γραφής.
 

Γράφεις κάτι άλλο τώρα;
Γράφω το σενάριο του «Οι Καλοί» που θα γίνει τηλεοπτική σειρά στην Αυστραλία. Ταυτόχρονα είμαι στην διαδικασία της έρευνας για το επόμενό μου  μυθιστόρημα.

 

Από το φύλλο της THESSNEWS #146 (23/02/2019-24/02/2019)

THESSNEWS / NEWSLETTER


Επάνω