«Η μπάντα» του Νίκου Ασλανίδη - Ένα συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ για τη Γενοκτονία των Ποντίων

THESSHISTORY 15.3.2019 | 07:03 Στείλτε το με email Εκτυπώστε το

«Η μπάντα» του Νίκου Ασλανίδη - Ένα συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ για τη Γενοκτονία των Ποντίων

ΘΕΟΔΩΡΑ ΚΑΡΑΚΙΟΥΛΑΧ || [email protected]

Ένα συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ για τη Γενοκτονία των Ποντίων προβλήθηκε στο 21o Ντοκιμαντέρ Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης σε σκηνοθεσία του δημοσιογράφου και ερευνητή, Νίκου Ασλανίδη.

Το ντοκιμαντέρ με τίτλο «Η μπάντα» βασίστηκε στο βιβλίο του Γιάννη Παπαδόπουλου ο οποίος ήταν ο μοναδικός επιζών μέλος της ορχήστρας του σφαγέα των Ποντίων, Τοπάλ Οσμάν.

Η ιστορία ξετυλίγεται στην Κερασούντα στα τέλη του 1919 αρχές του 1920 όταν ο Τοπάλ Οσμάν επιστράτευσε βίαια 13 Έλληνες μουσικούς οι οποίοι αποτελούσαν με άλλους τρεις Τούρκους την ορχήστρα της πόλης και τους ανάγκαζε υπό την απειλή όπλου να παίζουν εμβατήρια κατά τη διάρκεια των επιθέσεων και των βιαιοπραγιών εναντίον των Ελλήνων.

Τα μέλη της ορχήστρας ήταν υποχρεωμένα να ακολουθούν τις περιοδείες του Τοπάλ Οσμάν και να παίζουν τουρκικά εμβατήρια την ώρα που οι τσέτες έσφαζαν, βίαζαν και λήστευαν τους Έλληνες. Στο τέλος ο αιμοσταγής Τούρκος έδωσε εντολή και σφαγιάστηκε όλη η ορχήστρα. Ο μόνος που επέζησε ως εκ θαύματος ήταν ο Γιάννης Παπαδόπουλος. Κατάφερε να έρθει στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκε στην Καβάλα αλλά δεν ξανάπαιξε μουσική.

 

Η έρευνα για το ντοκιμαντέρ

Ο Νίκος Ασλανίδης ασχολείται τα τελευταία 40 χρόνια με το θέμα της Γενοκτονίας των Ποντίων, έχει καταγράψει επιζώντες της πρώτης γενιάς και μιλάει στη ThessNews για το ντοκιμαντέρ. «Μιλώντας όλα αυτά τα χρόνια με τους επιζώντες της Γενοκτονίας ο καθένας μου περιέγραφε πώς έχασε τα παιδιά του άλλος πώς έχασε τους γονείς του άλλα παιδιά πως ήρθαν μόνα τους στην Ελλάδα και όλες αυτές οι ιστορίες που έχω καταγράψει σε εφημερίδες και περιοδικά, τις έχω παρουσιάσει στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση, έχουν έναν κοινό παρονομαστή, είχαν αφετηρία την Κερασούντα.

Μιλούσαν για μια μπάντα η οποία ήταν δημοτική ορχήστρα και αποτελούνταν από έλληνες και μάλιστα έπαιζε μουσική την ώρα των σφαγών του Τοπάλ Οσμάν. Εγώ για να ‘μαι ειλικρινής πίστευα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτήν την ιστορία, δεδομένου ότι απορούσα πώς είναι δυνατόν έλληνες να παίζουν μουσική την ώρα που σκοτώνονται έλληνες. Όταν κάποια στιγμή στη διάρκεια των ετών συνεχίστηκε η έρευνα, έμαθα ότι ο Τοπάλ Οσμάν τους έσφαξε όλους αλλά ένας επιβίωσε και έγραψε βιβλίο, ο Γιάννης Παπαδόπουλος. Επειδή το όνομα είναι πολύ κοινό, έψαχνα παντού σε βιβλιοθήκες, πανεπιστήμια και  σε συλλόγους χωρίς να ξέρω ότι αφετηρία ήταν η Καβάλα. Αυτή η έρευνα κράτησε τρία χρόνια ώσπου ο Κωνσταντίνος Φωτιάδης μου αποκάλυψε ότι υπάρχει αυτό το βιβλίο στο αρχείο του στην Βέροια. Επικεντρώσαμε την έρευνα στην Καβάλα και βρήκαμε τους απογόνους του, ο ένας γιος είναι στην Καβάλα και ο άλλος στη Θεσσαλονίκη. Διαβάζοντας το βιβλίο βρήκαμε τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές, θύματα του Τοπάλ Οσμάν και ολοκληρώσαμε τις δραματοποιημένες σκηνές σε ένα εγκαταλελειμμένο χωριό στο όρος Πάικο. Στο ντοκιμαντέρ, που ολοκληρώθηκε σε δυο χρόνια, πήραν μέρος 80 ηθοποιοί και καλλιτέχνες από έξι ποντιακούς συλλόγους και η φιλαρμονική ορχήστρα του Δήμου Γιαννιτσών».

Η επιμέλεια του ντοκιμαντέρ έγινε από τους ιστορικούς Κ. Φωτιάδη, Θ. Κυριακίδη και Λ. Βασιλειάδη. Το ντοκιμαντέρ προβάλλεται με αφορμή τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και αφιερώνεται στη μνήμη των 353.000 που βρήκαν τραγικό θάνατο εκείνη την εποχή.

 

Η ιστορία του Γ. Παπαδόπουλου

Ο Γιάννης Παπαδόπουλος γεννήθηκε στην Κερασούντα το 1898 και απεβίωσε σε ηλικία 97 ετών στην Καβάλα έχοντας αποκτήσει 6 παιδιά. Ήταν από τα ιδρυτικά μέλη του Ποντιακού Συλλόγου Καβάλας και κατάφερε να εξιστορήσει ό,τι έζησε εκείνη την περίοδο σε βιβλίο που εκδόθηκε το 1965 στην Καβάλα με τίτλο : «Ποντιακαί Μελέται, Σελίδες από την ιστορίαν της Κερασούντος και τα τερατουργήματα του αιμοσταγούς Τοπάλ Οσμάν καθ΄ όλη την περιφέρεια του Πόντου» σε επιμέλεια του Παντελή Φουρνιάδη.

Ο Γ. Παπαδόπουλος ήταν μουσικός- φλαουτίστας, μέλος της φιλαρμονικής ορχήστρας της Κερασούντας που ο Τοπάλ Οσμάν είχε μαζί του σε κάθε επίθεση εναντίων των Ελλήνων. Η ορχήστρα αποτελούνταν από 13 Έλληνες και 3 Τούρκους και ως αυτοδιοριζόμενος δήμαρχος Κερασούντας ανάγκαζε, με την απειλή του όπλου και έχοντας ομήρους τις οικογένειες των Ελλήνων μουσικών,  να παίζουν εμβατήρια σε κάθε δολοφονική εξόρμηση. «Ήταν τόσο φρικτά αυτά που βλέπαμε και ‘μείς να πρέπει να παίζουμε μουσική. Τα δάκτυλα μας δεν μας υπάκουαν με αποτέλεσμα να μην βγαίνει το εμβατήριο και να βγαίνει μια παραφωνία» περιγράφει ο Ν. Ασλανίδης από το βιβλίο του Γ. Παπαδόπουλου.

 

Η σφαγή της μπάντας

Ο Τοπάλ Οσμάν επιστράτευσε την μπάντα στα τέλη του 1919-αρχές του 1920 και μέχρι το 1921 την είχε μαζί του σε κάθε επιθετική εξόρμηση.  Για να μην υπάρξουν μάρτυρες για τις αγριότητες και τις δολοφονίες του, ο Οσμάν δίνει εντολή να σκοτώσουν όλα τα μέλη της μπάντας.

«Από της στιγμής εκείνης προησθάνθημεν πλέον ότι αι ώραι μας είναι μετρημέναι. Ήταν το βράδυ 19 Αυγούστου. Σιωπηλοί και συντετριμμένοι πήραμε τον ανήφορον υπό την συνοδείαν του αξιωματικού Ισεΐν Τσαούς, μέσα από μιαν χαράδραν. Εντός ολίγου ευρέθημεν αντιμέτωποι 30 Τσετέδων, οι οποίοι υπό την απειλήν των όπλων μας περικύκλωσαν δια να μην φύγωμεν, ο δε Ισεΐν Τσαούς μετέβη εις την σκηνήν δια να αναγγείλη εις τον αγάν την άφιξήν μας. Μόλις όμως επλησιάσαμεν ένα απόσπασμα εκ 5 ανδρών έδεσε πισθάγκωνα τα χέρια όλων μας» περιγράφει ο Γιάννης Παπαδόπουλος στο βιβλίο του.

 

Η δραπέτευση από τους Τσέτες

Οι Τσέτες τους έδεσαν τα χέρια και τους έπαιρναν πέντε - πέντε και τους έσφαζαν με τις ξιφολόγχες. Μέσα στις φωνές των σφαγιασθέντων και τα κλάματα, όπως περιγράφει ο Παπαδόπουλος, σκύβει ψιθυριστά στο αυτί του ο Νίκος Τσιτνόγλου, μέλος της ορχήστρας, και του λέει ότι έχει ένα μικρό σουγιαδάκι. Καταφέρνουν και κόβουν το σχοινί με το οποίο ήταν δεμένα τα χέρια τους και όταν ήρθε η σειρά τους για το απόσπασμα, ξέφυγαν τρέχοντας μέσα στο σκοτάδι. Οι Τσέτες τους κυνηγούν και σκοτώνουν τον Τσιτνόγλου. Ο Γιάννης Παπαδόπουλος εγκλωβίστηκε σε έναν γκρεμό και συνέχισε να τρέχει ώσπου έφτασε στο Σαγγάριο ποταμό. Εκεί τον βρήκε ένας Έλληνας στρατιώτης ο οποίος τον σημάδεψε με το όπλο διότι ο Παπαδόπουλος φορούσε την τουρκική στολή. Ο Παπαδόπουλος του φώναξε στα ποντιακά «είμαι Ρωμιός», ο στρατιώτης δεν τον πίστεψε και του ζήτησε να πει το «Πάτερ Ημών» και το «Πιστεύω». Ο στρατιώτης άκουσε αυτά που ήθελε, τον φίλησε, τον ανέβασε στο άλογο του και τον πήγε στον διοικητή του. Τότε ο Παπαδόπουλος ζήτησε όπλο για να πολεμήσει εναντίον των Τούρκων. Ο διοικητής τότε του είπε ότι έχει υποχρέωση να πάει στην Ελλάδα και να περιγράψει τις σφαγές που βίωσε.
Ο Γιάννης Παπαδόπουλος ήταν ο μόνος επιζών της μπάντας που κατακρεούργησε, έσφαξε και δολοφόνησε χιλιάδες έλληνες και έγινε μάρτυρας των βιαιοπραγιών τις οποίες εξιστόρησε στο βιβλίο του. Αν και φιλόμουσος δεν ξαναέπαιξε, έκτοτε, ποτέ ξανά μουσική.


ΤΟΠΑΛ ΟΣΜΑΝ

Ο σφαγέας 70.000 Ελλήνων

Η δράση του Τοπάλ Οσμάν ξεκίνησε από τον Δυτικό Πόντο και έφτασε ως τον ανατολικό έπειτα από κάλεσμα του Κεμάλ Αττατούρκ να πολεμήσει ενάντια των ελληνικών στρατευμάτων. Ήταν γιος μουσουλμάνων προσφύγων από το Λαζιστάν και μικρός δούλευε ως βοηθός σε ελληνικό ξυλουργείο της Κερασούντας. Συμμετέχει σε νεαρή ηλικία σε παραστρατιωτική οργάνωση των Νεότουρκων στους βαλκανικούς πολέμους και τραυματίζεται στο γόνατο. Από τότε ο Οσμάν Φερουντούν Ζαντελέρ, που ήταν το πραγματικό του όνομα, ονομάζεται Τοπάλ, δηλαδή κουτσός. Οργάνωσε τον μουσουλμανικό στρατό στην Κερασούντα ο οποίος αποτελούνταν από 850 άτομα τα οποία κατά κύριο λόγο ήταν κρατούμενοι φυλακών, ληστές, βιαστές και δολοφόνοι τους οποίους έταζε ελευθερία και πλούτη. Ο στρατός του Οσμάν έμπαινε στα χωριά, έκλεβε και λήστευε τις περιουσίες των Ελλήνων και εν μια νυκτί όλοι γίνονταν πλούσιοι. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα 850 άτομα να γίνουν 12.000 στρατός.

Σύμφωνα με τους ιστορικούς ο Τοπάλ Οσμάν ήταν ο υπαίτιος των θανάτων 70.000 Ελλήνων. Στα τέλη του 1922 εγκαταστάθηκε στην Άγκυρα και κατόπιν εντολής του Κεμάλ δολοφονεί τον αντικεμαλικό βουλευτή Τραπεζούντας Αλή Σιουκρού.

Η κατακραυγή ήταν μεγάλη και ο Κεμάλ τον πληρώνει «με το ίδιο νόμισμα». Όπως αυτός σκότωσε όλη την μπάντα για να μην μαθευτούν οι βιαιοπραγίες του, έτσι και ο Κεμάλ δίνει εντολή να τον σκοτώσουν για να απεμπολήσει από πάνω του τις ευθύνες για τη δολοφονία του Αλή Σιουκρού. Ο Οσμάν εκτελείται το 1923 και ο Κεμάλ ξεθάβει το σώμα του και το κρεμάει ακέφαλο μπροστά από το κτήριο της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης από το ένα πόδι. Το πτώμα του παρέμεινε κρεμασμένο επί μέρες και ο Κεμάλ στέλνει τηλεγράφημα προς τον λαό της Τραπεζούντας εκφράζοντας τη θλίψη του για τον θάνατο του βουλευτή.
 

 

Από το φύλλο της THESSNEWS #148 (09/03/2019-10/03/2019)

THESSNEWS / NEWSLETTER


Επάνω