Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλί: Ο Πόντιος ακτιβιστής, καταζητούμενος στην Τουρκία, μιλά στην ThessNews

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ 7.3.2019 | 08:01 Στείλτε το με email Εκτυπώστε το

Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλί: Ο Πόντιος ακτιβιστής, καταζητούμενος στην Τουρκία, μιλά στην ThessNews

συνέντευξη στην ΘΕΟΔΩΡΑ ΚΑΡΑΚΙΟΥΛΑΧ || [email protected]

Ο ελληνικής καταγωγής πόντιος δημοσιογράφος και ακτιβιστής Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλί, καταζητείται στην Τουρκία για τον αγώνα του για την αναγνώριση της γενοκτονίας των Ποντίων. Πριν ένα μήνα πέρασε τα σύνορα και ζήτησε πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα.



Πολέμησε με τον Τουρκικό στρατό τους Κούρδους, αιχμαλωτίστηκε και μέσα στη φυλακή έμαθε για την ελληνική του καταγωγή. Στράφηκε ενάντια του Τουρκικού κράτους και των βιαιοπραγιών ενάντια των Κούρδων, ξεκίνησε αγώνα για την αναγνώριση της γενοκτονίας των Ποντίων, φυλακίστηκε στα λευκά κελιά του Ερντογάν, βασανίστηκε και πλέον υποστηρίζει ότι όπου και να βρίσκεται δεν θα σταματήσει να πολεμά την Τουρκική πολιτική.

Για τον Γιάννη Βασίλη Γιαϊλαλί και τη δράση του ήξερα τα τελευταία χρόνια από σκόρπια δημοσιεύματα του ελληνικού και ξένου τύπου. Μόλις έμαθα ότι πέρασε τα σύνορα, ζήτησα να τον συναντήσω. Η συνάντηση έγινε ένα πρωινό στο Ράδιο Θεσσαλονίκη μαζί με μια φίλη του και έναν μεταφραστή. Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το γέλιο του καθ’ όλη την διάρκεια της συνέντευξης και η ηρεμία του. Αν και είναι πολύ νέος, η ζωή του είναι τόσο έντονη και ριψοκίνδυνη και η πίστη του για τον αγώνα του αδιαπραγμάτευτη που όπως λέει και ο ίδιος δεν τον φοβίζει πλέον τίποτα. 

 

Από «γκρίζος Λύκος»,
αντιρρησίας συνείδησης

Ο Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλί γεννήθηκε το 1974 στον οικισμό Γιαϊλά του χωριού Ασάρ στην περιοχή Μπάφρα της Σαμψούντας από γονείς ελληνικής καταγωγής από τον Πόντο. Μέχρι 20 χρονών έζησε εκεί και αμέσως μετά κατατάχθηκε στον Τουρκικό στρατό. Εκπαιδεύτηκε στις ειδικές δυνάμεις, ήταν φανατικός υπερασπιστής της Τουρκίας και πολέμησε στο Μάρτιν στα ανατολικά της Τουρκίας ενάντια των Κούρδων.

Τον Σεπτέμβριο του 1994  πολεμώντας στα βουνά του ανατολικού Κουρδιστάν, τραυματίζεται στο πόδι, τον παρατάει ο τουρκικός στρατός και πιάνεται αιχμάλωτος από τους αντάρτες του PKK. Μέχρι τότε δεν γνώριζε τίποτα για την ελληνική του καταγωγή.

Παρέμεινε αιχμάλωτος των Κούρδων για 27 μήνες και σε όλο αυτό το διάστημα πίστευε ότι κινούνταν οι διαδικασίες για πιθανή ανταλλαγή Κούρδων και Τούρκων αιχμαλώτων. «Όσο ήμουν αιχμάλωτος των Κούρδων, η μητέρα μου έτρεχε στις υπηρεσίες για να με αφήσουν ελεύθερο. Τότε ένας υψηλόβαθμός της είπε: ‘Μην ασχολείστε άλλο με το θέμα του γιου σας, για μας έχει κλείσει. Ξέρουμε ότι είστε Έλληνες, μην το πούμε στη γειτονιά σας και έχετε και εσείς πρόβλημα’. Μέχρι τότε εγώ δεν ήξερα την ελληνική μου καταγωγή. Τον πατέρα μου σε μικρή ηλικία τον φώναζαν ‘ντονμέ’, όταν όμως ακούγαμε αυτήν την λέξη και τους ρωτούσαμε τι σημαίνει μας έλεγαν μην ασχολείστε με αυτά, το έκαναν για να μας προστατεύσουν».

 

«Στη φυλακή έμαθα
την καταγωγή μου»

Μέσα στη φυλακή μαθαίνει για την ελληνική του καταγωγή από τους δημοσιογράφους και αφιερώνει πολύ χρόνο στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Γίνεται αντιρρησίας συνείδησης, παύει να πολεμάει για τον τουρκικό στρατό και αφήνεται ελεύθερος από τους Κούρδους. «Η πολιτική αυτή των 100 χρόνων των γενοκτονιών και των βιαιοπραγιών στους μικρότερους λαούς μου έδειξε και την ελληνική μου ταυτότητα.

Υπήρχε μια πόντια αντάρτισσα που δρούσε τα χρόνια του ποντιακού αντάρτικου στην Μπάφρα, η Ελένη Τσαούς. Είμαι εγγονός εκείνης της Ελένης, όχι του Τοπάλ Οσμάν» μας λέει.

Επιστρέφει στο χωριό του στην Μπάφρα, τον πιάνει ο τουρκικός στρατός και επιστρατεύεται. Αρνείται να πιάσει όπλο και ξαναφυλακίζεται. «Όταν έβλεπα τις βιαιοπραγίες που συνεχίζονταν στους Κούρδους, άρχισα να γράφω και να τα διαδίδω μέσα από το διαδίκτυο. Τότε άρχισαν οι απειλές στους γονείς μου και στους συγγενείς μου. Ο πατέρας μου δεν μπορούσε να πάει ούτε στο καφενείο».

 

Υπέρμαχος
των Κούρδων

Για τα επόμενα χρόνια από το 1997 ως το 2005 ζει στην Μπάφρα και συνεχίζει να δέχεται απειλές από την τουρκική αστυνομία για να σταματήσει να γράφει. Μην μπορώντας να δουλέψει ελεύθερα ως δημοσιογράφος φεύγει και εγκαθίσταται στο Ρομπόσκι στην περιοχή των Κούρδων. Ανάμεσα στους Κούρδους αισθάνθηκε, όπως λέει, όπως αισθάνονταν οι πόντιοι έλληνες πριν 100 χρόνια στην γενοκτονία από τον τουρκικό στρατό. «Ο μόνος τρόπος για να πολεμήσω την τουρκική πολιτική η οποία είναι η ίδια όλα τα χρόνια στο θέμα των Κούρδων, ήταν η συνεργασία μεταξύ των λαών».

Το 2011 συμμετείχε στην πορεία ειρήνης η οποία κράτησε 50 μέρες από το Ρομπόσκι με προορισμό την Άγκυρα για να διαδηλώσει κατά των βιαιοπραγιών των Κούρδων.

 

Από Ιμπραήμ,
Γιάννης Βασίλης

Το 2014 αλλάζει το όνομά του από Ιμπραήμ σε Γιάννης Βασίλης για να δώσει όπως ισχυρίζεται το παράδειγμα στους υπόλοιπους κρυπτοχριστιανούς να πάψουν να φοβούνται την τουρκική πολιτική. «Κάποιοι πρέπει να μπαίνουν μπροστά για να δώσουν θάρρος στους άλλους. Το όνομα Βασίλης το πήρα από έναν μπάφραλη οπλαρχηγό τον Βασίλη Ούτσα. Το Γιάννης σημαίνει ήπιος, καλόκαρδος  και ‘γω παρόλη τη δράση μου, που μπορεί να είμαι και επιθετικός, έχω μαλακή καρδιά».

Τον Απρίλιο του 2015 έγραψα με αφορμή την επέτειο της γενοκτονίας των Αρμενίων στο διαδίκτυο. Με αφορμή αυτό τον Δεκέμβριο του 2015 συνελήφθη και φυλακίστηκε για 6 μέρες. «Το τουρκικό κράτος δεν θέλει να ασχολείται κανείς με την ποντιακή και αρμένικη γενοκτονία. Την αρμένικη γενοκτονία όχι τόσο διότι την έκανε η οθωμανική κυβέρνηση ενώ την ποντιακή γενοκτονία ο Κεμάλ. Από την στιγμή που γράφεις κάτι για τον Κεμάλ τελειώνεις».

 

Η ΑΦΙΣΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΑΗΤΟ ΕΙΝΕ ΑΦΟΡΜΗ ΝΑ ΦΥΛΑΚΙΣΤΕΙ ΞΑΝΑ

Στην απομόνωση
για «προπαγάνδα»

Στις 9 Απριλίου 2016 (η απόπειρα πραξικοπήματος κατά του Ερντογάν έγινε 15-16 Ιουλίου 2016), ο Γιαϊλαλί συμμετέχει σε συνέδριο στην Άγκυρα για τη Γενοκτονία των Ποντίων στο οποίο επίσης πήραν μέρος ακαδημαϊκοί από Ελλάδα και  Τουρκία. Τον Δεκέμβριο του 2016 έγινε η παρουσίαση των πρακτικών του συνεδρίου και το 2017 έγινε ακόμα μια συγκέντρωση. Έκτοτε  και ο ίδιος και οι παριστάμενοι δέχονται απειλητικά μηνύματα.

Θυμάται ο ίδιος: «Κατηγορούμαι ότι κάνω προπαγάνδα εναντίον της τουρκικής κυβέρνησης και ότι ξεσηκώνω τον λαό, για προσβολή του Κεμάλ Ατατούρκ και του Ερντογάν, κατηγορούμαι για τη δράση μου και την αρθρογραφία μου για την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων και την ανάδειξη των βιαιοπραγιών του κουρδικού λαού».

Τον Απρίλιο του 2017 συνελήφθη και φυλακίστηκε για 15 μήνες στα «λευκά» κελιά, στην απομόνωση στις καινούριες φυλακές του Σιρνάκ στην νοτιοανατολική Τουρκία: «Στις φυλακές του Σιρνάκ ήταν μαζί μου και ο δήμαρχος του Ντιαρμπαγκίρ. Έμπαιναν μέσα στο κελί 10 δεσμοφύλακες και με τη σειρά μας χτυπούσαν και μας πετούσαν στις αυλές της φυλακής. Εκτός από το ξύλο δεν μας επέτρεπαν και καμία επικοινωνία με τους δικούς μας. Με το καιρό τα βασανιστήρια διπλασιάστηκαν».

«Ζητάω άσυλο από την πατρίδα μου, την Ελλάδα»

Τον Ιούλιο του 2018 αφέθηκε ελεύθερος μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεσή του. Στις 3 Δεκεμβρίου του 2018 πήρε αναβολή για τον Φεβρουάριο του 2019 και τότε αποφασίζει, προκειμένου να μην οδηγηθεί ξανά στην φυλακή, να διαφύγει στην Ελλάδα. Πέρασε τα σύνορα στις 28 Ιανουαρίου 2019 και πριν λίγες μέρες ζήτησε πολιτικό άσυλο από την χώρα μας.

«Αναγκάστηκα να φύγω από την Τουρκία διότι δεν υπήρχε άλλη λύση. Στην καλύτερη θα έμπαινα ισόβια. Βέβαια, είναι ειρωνεία να ζητάω άσυλο από την πατρίδα μου. Μέχρι το Τουρκικό κράτος να ζητήσει συγνώμη για τα εγκλήματα που έκανε εις βάρος του ποντιακού λαού εγώ θα συνεχίσω τον αγώνα μου απ’ όπου κι αν βρίσκομαι. Εμείς οι Πόντιοι ξέρουμε από εξορίες, ακόμα και ένας πόντιος να μείνει εγώ θα συνεχίσω. Έχω ξεπεράσει το αίσθημα του φόβου, δεν φοβάμαι τίποτα, έχω ανθρώπους δίπλα μου που με βοηθούν και θέλω να τους ευχαριστήσω όλους».

 

Έρευνα για την καταγωγή

«Όταν έμαθα την ελληνική μου ταυτότητα, πήγα στα αρχεία του δήμου της Μπάφρας και διαπίστωσα ότι το όνομα του παππού μου ήταν Κωνσταντίνος και της γιαγιάς μου Παρασκευή. Ο παππούς μου ο Κωνσταντίνος δόθηκε για υιοθεσία σε μια τουρκική οικογένεια όπως και χιλιάδες ορφανά τότε τα οποία υιοθετήθηκαν και μεγάλωσαν ως Τούρκοι. Τότε έδωσαν στον παππού μου το όνομα Μεχμέτ και το επίθετο της οικογένειας ήταν Γιλντιρίμ (αστραπή). Όταν πήγαν στην Μπάφρα πήραν το  όνομα Γιαϊλαλί από την περιοχή Γιαϊλά που σημαίνει παρχάρ γι’ αυτό θέλω να αλλάξω το επίθετο μου από Γιαϊλαλί σε Παρχαρίδης».

Σύμφωνα με τον ίδιο, το βιβλίο του Γιώργου Ανδρεάδη, «Τολίκα», που αναφέρεται στα υιοθετημένα παιδιά των Ελλήνων του Πόντου, ολοκληρώθηκε από τον Γιαϊλαλί ο οποίος συνέχισε την έρευνα μετά τον θάνατο του Ανδρεάδη: «Ήταν υποχρέωσή μου να ολοκληρώσω αυτό το βιβλίο. Επειδή εγώ δεν μπορούσα να πάω στα χωριά διότι με χαρακτήριζαν ως άτομο του PKK,  με βοήθησε στην έρευνα μια φανατική τουρκάλα δημοσιογράφος, η οποία κατά την έρευνα ανακάλυψε πως και οι δικοί της απόγονοι ήταν από την Τραπεζούντα. Σύμφωνα με τον Ανδρεάδη, όσα αρσενικά ορφανά παιδιά ελληνικής καταγωγής έμεναν στην περιοχή της Μπάφρας έπαιρναν το όνομα ‘Μεχμέτ’.

Αρκετοί από τους συγγενείς του Γιαϊλαλί που γλύτωσαν από τον τουρκικό στρατό, εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη και στη Δράμα. Πριν από επτά χρόνια βρήκε κάποιους από τους συγγενείς του στο χωριό Λευκόγια της Δράμας οι οποίοι λέγονται Παράσογλου. «Τώρα που βρίσκομαι πλέον στην Ελλάδα, με την πρώτη ευκαιρία θα τους επισκεφθώ» κλείνει τη συζήτησή μας ο Γιάννης Βασίλης.
 

 

Από το φύλλο της THESSNEWS #147 (02/03/2019-03/03/2019)

THESSNEWS / NEWSLETTER


Επάνω